Tag Archives: θεραπεία

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ)

Πολλοί γονείς παραπονούνται και περιγράφουν το παιδί τους ως παραπάνω ζωηρό από τα υπόλοιπα, με έντονη και συνεχή κίνηση, αδυναμία στη συγκέντρωση και δυσχέρεια στην επιτέλεση μιας δραστηριότητας με προσοχή. Οι ανωτέρω συμπεριφορές φαίνεται να γίνονται αντιληπτές και από τους δασκάλους, οι οποίοι με τη σειρά τους, αφού αποτύχουν, ενδεχομένως, σε μία σειρά προσπαθειών διευθέτησης της διαταρακτικής συμπεριφοράς του παιδιού, αναζητούν τους γονείς για να λάβουν τα μέτρα τους, κάνοντας σχόλια όπως: «Είναι ταραξίας. Δε συγκεντρώνεται στο μάθημα. Συνέχεια διακόπτει και κάνει φασαρία.» Άμεση απόρροια είναι οι γονείς, ενίοτε, να νιώθουν ντροπή και να προσπαθούν με διάφορους τρόπους, ήρεμους και λιγότερο ήρεμους, μέσα από νουθετήσεις, μαλώματα, τιμωρίες και άλλες συναφείς συμπεριφορές, να κατευνάσουν τη ζωηρή στάση του παιδιού τους.

Συχνά κάτι τέτοιο, όμως, φέρνει τους γονείς αντιμέτωπους με μία κατάσταση σχεδόν ανεξέλεγκτη: η δική τους συσσωρευμένη ενέργεια που γίνεται εμφανής μέσα από τα παντός τύπου κηρύγματα περί κοσμίας διαγωγής φαίνεται πως δεν μπορεί να αποτελέσει τον αγωγό όπου θα εκτονωθεί και θα διοχετευτεί η ενέργεια του δικού τους παιδιού, με αποτέλεσμα να επιδεινώνουν αντί να βελτιώνουν την κατάσταση. Από τη μία το παιδί εξακολουθεί να είναι παρορμητικό και υπερκινητικό και από την άλλη, οι γονείς νιώθουν ανήμποροι να του επιβληθούν.

Σαφώς, οι εικόνες που μόλις σκιαγραφήθηκαν δεν αναφέρονται στη φυσιολογική ζωηρή συμπεριφορά ενός παιδιού, αλλά σε μία κατάσταση, κατά την οποία η λειτουργικότητα του παιδιού φθίνει λόγω της αδυναμίας του να παραμείνει συγκεντρωμένο. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται λόγος για τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ). Πρόκειται για μία από τις πιο συνήθεις διαταραχές της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, καθώς πλήττει, κατά προσέγγιση, το 5-7% του γενικού πληθυσμού, η οποία όμως μπορεί να συνεχιστεί και κατά την ενήλικη ζωή.

Ο εντοπισμός των παρορμητικών συμπεριφορών ξεκινά από την ηλικία των 3 ετών, ωστόσο, η διάγνωση γίνεται όταν το παιδί εντάσσεται στο σχολικό πλαίσιο, οπότε και οι επιπτώσεις των εν λόγω συμπεριφορών είναι περισσότερο εμφανείς στο άτομο και στο περιβάλλον του με την έναρξη του σχολείου.

Η ΔΕΠ-Υ ταξινομείται σε τρεις υποτύπους:

  • Τύπος Απροσεξίας:

Το παιδί δεν μπορεί να εστιάσει την προσοχή του και άρα, ούτε και να συγκεντρωθεί. Δεν προσέχει τις λεπτομέρειες, αποσυντονίζεται, ξεχνά να επιτελέσει ή να ολοκληρώσει υποχρεώσεις -όπως για παράδειγμα τις εργασίες του στο σχολείο- ονειροπολεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, χάνει τα πράγματά του και δεν μπορεί να οργανωθεί.

Δεδομένου ότι αυτά τα παιδιά δε χαρακτηρίζονται από διασπαστική συμπεριφορά, είναι πιθανό τόσο οι γονείς όσο και οι δάσκαλοι να μην παρατηρήσουν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα που χρίζει αντιμετώπισης, με αποτέλεσμα να μη γίνει διάγνωση.

  • Τύπος Υπερκινητικότητας – Παρορμητικότητας

Αυτός ο τύπος χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία του παιδιού να μείνει ακίνητο και ήσυχο για πολλή ώρα. Ως εκ τούτου, μπορεί να μιλάει ακατάπαυστα, να κινείται συνέχεια, να διακόπτει, να αντιδρά άμεσα στα ερεθίσματα χωρίς πρώτα να σκεφτεί, να είναι ανυπόμονο και να δυσκολεύεται να ακολουθήσει δραστηριότητες που απαιτούν την αναμονή, να είναι ζωηρό και να μην ακολουθεί τους κανόνες ενός παιχνιδιού.

  • Συνδυασμένος Τύπος

Ο τύπος αυτός αφορά ένα συνδυασμό συμπτωμάτων από τις δύο ανωτέρω κατηγορίες και αποτελεί τον πιο συνήθη τύπο μεταξύ του πληθυσμού με ΔΕΠ-Υ.

Που οφείλεται η ΔΕΠΥ και πως γίνεται η Διάγνωση;

Μέχρι και σήμερα δεν έχει βρεθεί η ακριβής αιτία που προκαλεί την εν λόγω διαταραχή. Πολλοί επιστήμονες κάνουν λόγω για κληρονομικότητα, άλλοι υποστηρίζουν το ρόλο του καπνίσματος, της κατανάλωσης αλκοόλ ή της έκθεσης της μητέρας σε μόλυβδο και άλλες τοξικές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ άλλοι υποστηρίζουν την επιρροή του υπερβολικού άγχους κατά την ίδια περίοδο.

Όποια και να είναι η αιτία, η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και για να γίνει, θα πρέπει πρώτα να αποκλειστούν τυχόν οργανικά ή άλλα προβλήματα, όπως προβλήματα ακοής ή όρασης, γνωστικές δυσκολίες, νοητική στέρηση, κατάθλιψη, ψύχωση ή κάποια άλλη διαταραχή, η οποία θα μπορούσε να αναπτύξει κάποια από τα συμπτώματα που παρατηρούνται και στη ΔΕΠ-Υ, καθώς και το ενδεχόμενο αντίδρασης σε κάποιο έντονο γεγονός, όπως π.χ. ο θάνατος ενός γονέα.

Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί εάν το παιδί υιοθετεί τις αναφερόμενες συμπεριφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα, πότε πυροδοτούνται, καθώς και εάν συμβαίνουν συχνότερα όταν βρίσκεται σε συγκεκριμένα μέρη.

Πως μπορεί να βοηθήσει η θεραπεία;

Η ΔΕΠ-Υ είναι μία διαταραχή που δεν εξαλείφεται διά παντός. Ωστόσο, με την κατάλληλη θεραπεία, μπορεί να καταστήσει το παιδί σε θέση να διαχειρίζεται τις συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες θα του δημιουργούσαν πρόβλημα. Ως εκ τούτου, η θεραπεία μπορεί να προσφέρει μία φυσιολογική και ποιοτική ζωή στο παιδί.

Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα ειδικής αγωγής, ψυχοθεραπεία ή ακόμη και φαρμακοθεραπεία σε κάποιες πιο έντονες περιπτώσεις, καθώς και αγωγή και συμβουλευτική στους γονείς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ατόμου και, κατά προτίμηση, να λαμβάνει χώρα σε ατομικό επίπεδο, καθώς τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ φαίνεται να αποδίδουν καλύτερα σε διατομικές παρά σε διομαδικές καταστάσεις.

Χρήσιμες συμβουλές για γονείς και εκπαιδευτικούς

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί από την πλευρά τους, θα μπορούσαν να βάλουν το δικό τους λιθαράκι στην αντιμετώπιση, μέσα από την υιοθέτηση μίας κατανοητικής και υπομονετικής στάσης, η οποία θα μπορεί να αποπνεύσει στο παιδί την ηρεμία που χρειάζεται για να επιτελέσει τις λειτουργίες και δραστηριότητες που καλείται να φέρει εις πέρας. Κάποιες χρήσιμες συμβουλές που θα μπορούσαν να ακολουθηθούν είναι οι εξής:

  • Επιτρέψτε στο παιδί να κάνει συχνά διαλείμματα όταν διαβάζει ή γενικότερα όταν καλείται να ασχοληθεί με οτιδήποτε.
  • Παροτρύνετε το παιδί να απασχολεί τα χέρια του με δύο μικρά μαλακά μπαλάκια όταν διαβάζει ή επιτρέψτε του να διαβάζει όρθιο, ακόμη και αν χρειάζεται να πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο. Με αυτό τον τρόπο δίνεται η ευκαιρία στο παιδί να διοχετεύσει ένα μέρος της ενέργειάς του και να ικανοποιήσει την ανάγκη του να βρίσκεται σε κίνηση, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να συγκεντρωθεί καλύτερα.
  • Ενισχύστε το θετικά όταν καταφέρνει να ακολουθήσει κανόνες ή να μείνει συγκεντρωμένο.
  • Όσον αφορά τις δυσκολίες στη μνήμη, δομήστε μαζί με το παιδί ένα πρόγραμμα κι έπειτα χρησιμοποιείστε μεθόδους, όπως η χρήση αλάρμ, υπενθυμίσεων, post-it και άλλων συναφών μέσων προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες να ξεχάσει τελικά αυτό που έπρεπε να κάνει.
  • Διαμορφώστε το χώρο του παιδιού απλά, αποφεύγοντας μια εκκεντρική ή περίεργη διακόσμηση π.χ. με έντονες κουρτίνες ή χαλιά που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη διασπαστική συμπεριφορά του.

Σε κάθε περίπτωση, βοηθήστε το παιδί να αναγνωρίσει τις δυσκολίες του την ώρα που επιδίδεται σε μία παρορμητική, υπερκινητική ή διασπαστική συμπεριφορά, τονίζοντας παράλληλα ότι αν ξεχνά ή δυσκολεύεται να παρακολουθήσει κάτι, δε συμβαίνει επειδή είναι λιγότερο ικανό από κάποιο άλλο παιδί που θα μπορούσε να τα έχει καταφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά επειδή χρησιμοποιεί άλλους τρόπους επεξεργασίας των ερεθισμάτων γύρω του.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι οι όποιες αδυναμίες δεν έγκεινται σε κάποιο λάθος που έχει κάνει το παιδί ούτε και το καθιστούν κατώτερο από τα υπόλοιπα παιδιά.Όλοι μας έχουμε ελαττώματα και προτερήματα και καλούμαστε να ζήσουμε με αυτά και να τα αγαπήσουμε… και αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα που καλείται να μάθει ένα παιδί!

Παιδική Κακοποίηση: Ο Φυλακισμός της ψυχής

παιδική κακοποίηση,ψυχικό,τραύμα,πληγή,πόνος

Η παιδική κακοποίηση είναι ένα ψυχικό τραύμα, μια πληγή ανοιχτή που δεν κλείνει, παρά μόνο, κάποια στιγμή, σταματά να αιμορραγεί. Ο πόνος που εισπράττουν τα παιδιά αποθηκεύεται, τα συναισθήματά τους μένουν στο σώμα τους και βρίσκονται σε ετοιμότητα για να ενεργοποιηθούν, όταν βρεθούν υπόλογα σε μια παρόμοια κατάσταση. Η κακοποίηση δεν φέρει μόνο συνέπειες στο σώμα, αλλά και στην ψυχή, όχι μονάχα στο «τώρα», αλλά και στο «αύριο».  Το παιδί-θύμα ενδέχεται να μετατραπεί σε ενήλικα θύτη. Το φάσμα της κακοποίησης δεν περιλαμβάνει μόνον τη σωματική, αλλά και την συναισθηματική και τη σεξουαλική βία, καθώς και την παραμέληση.

Παιδική βία, ένα διαχρονικό φαινόμενο

Η παιδική βία δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Αν ανατρέξουμε πολλά χρόνια πίσω, όπου οι Σπαρτιάτες πετούσαν τα άρρωστα παιδιά τους στον Καιάδα, καθώς και στα παραδείγματα τις μυθολογίας όπως η Ήρα, που δεν δίστασε να ξεφορτωθεί τον Ήφαιστο, διότι ήταν κουτσός και άσχημος, πετώντας τον από τον Όλυμπο, θα επιβεβαιώσουμε, πως η βία ήταν ανέκαθεν παρούσα. Ο ξυλοδαρμός ή/και οι προσβολές επιπροσθέτως, αποτελούσαν μέσο διαπαιδαγώγησης για αρκετά χρόνια και θεωρούνταν μη τιμωρητική συμπεριφορά.

Σήμερα, τα στατιστικά στοιχεία φανερώνουν μια σημαντικά ανοδική πορεία της παιδικής κακοποίησης. Αυτή όμως η αύξηση κατά πόσο είναι αντικειμενική; Η βία προϋπήρχε, απλά οι άνθρωποι εθελοτυφλούσαν, ενώ όσες περιπτώσεις  ήταν γνώστες τις φύλαγαν σαν επτασφράγιστο μυστικό. Μαρτυρίες παιδιάτρων αναφέρουν ότι έχουν συναντήσει σε πολύ υψηλά ποσοστά περίπου 60% στους νοσοκομειακούς χώρους κακοποιημένα παιδιά, κατά τη διάρκεια της καριέρας τους.

Η έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού στην Ελλάδα σε δείγμα 12.000 παιδιών,  ΣΤ’ Δημοτικού, Α’ Γυμνασίου και Α’ Λυκείου, σε σχολεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, έδειξε ότι ένας στους δύο μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου έχει υποστεί σωματική βία και ένα στα δέκα παιδιά έχει υποστεί σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια μόνο της τελευταίας χρονιάς. Το 76,8% των παιδιών έχουν υπάρξει θύματα της σωματικής έναντι του 16,2% αυτών που έχουν δεχτεί σεξουαλική βία κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας. Τα ανωτέρω ποσοστά και παράλληλα τα στατιστικά στοιχεία με 4.500 αναφορές κακοποίησης ή παραμέλησης που καταγράφηκαν στην Αττική και την Κρήτη, το 2010, επιβεβαιώνουν μια έξαρση αν και είναι ευρέως γνωστό ότι οι περισσότερες κακοποιήσεις δεν γνωστοποιούνται ποτέ στις αρμόδιες αρχές. Ενδεικτικά είναι τα ερευνητικά αποτελέσματα  που αποκαλύπτουν πως μόνον το 1% των περιπτώσεων κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών καταγράφεται στις Αρχές.

Ποιοι «διεκδικούν» το ρόλο του θύτη;

Οι γονείς τις περισσότερες φορές  είναι τα  πρόσωπα που επωμίζονται αυτόν τον ρόλο, με κυρίαρχο αυτό της μητέρας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, αυτοί οι άνθρωποι κουβαλάνε ένα βεβαρημένο άλυτο ψυχοσωματικό παρελθόν, καθώς πρόκειται για άτομα επίσης κακοποιημένα, ψυχικά ασθενή, χρήστες ουσιών ή αλκοόλ ή απλά συναισθηματικά ανεπαρκή. Η κοινωνικοοικονομική και μορφωτική κατάσταση του ατόμου δεν φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο σημαίνοντα ρόλο. Έχει παρατηρηθεί ωστόσο, ότι αυτό που διαφοροποιεί τα κοινωνικά στρώματα είναι οι μορφές της βίας που χρησιμοποιούν και όχι η ίδια η κακοποίηση. Συνήθως στα κατώτερα κοινωνικά επίπεδα, η κακοποίηση πραγματοποιείται μέσω της σωματικής και σεξουαλικής βίας, εν αντιθέσει με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και στους ανώτερα μορφωτικά γονείς που επιλέγουν την συναισθηματική και ψυχολογική κακοποίηση.  Η εκδήλωση της βίας συνδέεται με ένα εσωτερικό κομμάτι του καθενός και όχι με αντικειμενικούς εξωγενείς παράγοντες.

Τα σημάδια της κακοποίησης

Η βία που δέχεται ένα παιδί δεν βλάπτει μονάχα τα αθώα παιδικά του χρόνια, αλλά επιβαρύνει ψυχικά  όλη του τη ζωή. Η παιδική κακοποίηση φέρει μεταβολές στο DNA του παιδιού. Ο Idan Shalev σε έρευνά που πραγματοποίησε στο Πανεπιστήμιο Duke απέδειξε ότι η βία καταστρέφει τα κύτταρα, με άμεση απόρροια την πρόωρη γήρανση. Η κακοποίηση γεννά επίσης άτομα με προβλήματα προσωπικότητας, κατάθλιψης, κατάχρησης και αγχώδη διαταραχή. Ο καταναγκασμός της επανάληψης στην διαιώνιση των τραυματικών καταστάσεων εμποδίζει αυτά τα άτομα να συνάψουν υγιείς σχέσεις.

Υπάρχει θεραπεία;

Η κακοποιημένη ψυχή δεν σταματάει να νοσεί, για το λόγο αυτό το άτομο χρειάζεται θεραπεία. Τα παιδιά αυτά ζουν μέσα σε ένα γυάλινο κόσμο που μονάχα εάν τον σπάσουν θα απεγκλωβιστούν. Η άρνηση της πραγματικότητας, ως ασπίδα προστασίας μπλοκάρει το «εγώ» τους, δεν τα αφήνει να αποδεσμευτούν από το φαύλο κύκλο της κακοποίησης και να δομήσουν έναν ψυχισμό εκ νέου. Ο Βρετανικού Οργανισμού Stopitnow αναφέρει ότι το 75% των παιδιών που κακοποιούνται σεξουαλικά δε θα εξωτερικεύσουν ποτέ και σε κανέναν αυτό που τους συνέβη κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά-θύματα βίας δεν αποδεσμεύονται ποτέ, τα απωθημένα συναισθήματα ελλοχεύουν. Οι μακροχρόνιες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές είναι ικανές να απελευθερώσουν και να αφυπνίσουν το «καλό κομμάτι» του παιδιού.

Πώς μπορεί να γίνει αντιληπτή η θυματοποίηση ενός παιδιού;

Τα παιδιά ρουφούν σαν σφουγγάρια ότι βλέπουν, ακούν και τα περιβάλλει. Είναι μιμητές και σπεύδουν να αναπαραστήσουν αυτό που βιώνουν. Ένα παιδί που κακοποιείται από τους γονείς, στο σχολείο ενδέχεται και αυτό να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο, ασκώντας το ίδιο αυτή τη φορά βία σε κάποιον αδύναμο ή εύθραυστο. Περίεργες συμπεριφορές, όπως υπερκινητικότητα και επιθετικότητα ή αντίθετα απόσυρση και αντικοινωνικότητα επίσης κινούν υποψίες. Η βία εκδηλώνεται πολλές φορές μέσα από το παιχνίδι ή μέσα από μια ζωγραφιά. Τα κακοποιημένα παιδιά ζωγραφίζουν με μουντά σκούρα χρώματα και το σχέδιο τους κυριεύεται από μια ασάφεια. Η φιγούρα του θύτη συνήθως παραλείπεται ή σχεδιάζεται παραποιημένη. Στο παιχνίδι εκφράζεται η επιθετικότητα μέσα από τους ρόλους και τους διάλογους. Τα κορίτσια πέφτουν θύματα κακοποίησης 3 φορές συχνότερα από ότι τα αγόρια.

Ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού

Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης υπάρχει, εν δυνάμει, σε κάθε σπίτι. Όλοι οφείλουν να μην σιωπούν, διότι έτσι γίνονται και οι ίδιοι συνεργοί σε μια αποτρόπαια πράξη. Εάν κάποιος έχει παρατηρήσει κάτι ύποπτο ή έχει υπάρξει παρατηρητής μιας βίαιης σκηνής, οφείλει να το καταγγέλλει. Αρκεί να σκεφτεί ότι, η ζωή ενός παιδιού εξαρτάται από τη δική του βούληση. Υπάρχουν γραμμές άμεσης βοήθειας που απλά κάποιος μπορεί να τηλεφωνήσει έστω και ανώνυμα και να αναφέρει την καταγγελία του. Εάν έρθετε αντιμέτωποι με ένα κακοποιημένο παιδί πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί στον τρόπο που θα το χειριστείτε.

  • Μην το επιπλήξετε
  • Να το ενθαρρύνεται να μιλήσει για αυτά που νιώθει, χωρίς το ύφος σας να είναι ανακριτικό
  • Μην δείξετε οίκτο, αλλά δείξτε ενδιαφέρον και σεβασμό
  • Απενοχοποιήστε το παιδί, αλλά σε καμία περίπτωση μην κατηγορήσετε τον θύτη
  • Τονώστε του την αυτοπεποίθηση και βοηθήστε το να επισκεφτεί κάποιον ειδικό.

Η καλύτερη πρόληψη για την παιδική κακοποίηση είναι να καλλιεργήσεις την ενσυναίσθηση και τη συνεχής ενημέρωση των συνεπειών της.

error: Content is protected !!