Category Archives: Αρθρογραφία

Οι μαθητές αντιμέτωποι με το Άγχος των Εξετάσεων

ΕΥΝΟΙΑ Πρότυπο Ψυχοπαιδαγωγικό Κέντρο χώρος κέντρο ασχολούμαστε Μαθησιακές δυσκολίες Λογοθεραπεία Εργοθεραπεία Συμβουλευτική Γονέων Πρώιμη Παρέμβαση Θεατρικό Παιχνίδι Μέθοδος cbd

Η Φραντζέσκα Καραγιάννη, κλινική ψυχολόγος παιδιών & εφήβων, μιλά για το Άγχος των εξετάσεων. Ειδικότερα, αναφέρεται στο άγχος που βιώνουν οι μαθητές κατά την διάρκεια των εξετάσεων.

 

ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ…. ως εργαλείο πρόληψης!

ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ.... ως εργαλείο πρόληψης!

Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί την καλύτερη θεραπεία. Μέσω αυτής προσπαθούμε να σταματήσουμε και να εμποδίσουμε να  επισυμβούν δυσκολίες στη μαθησιακή πορεία του εκάστοτε παιδιού.

Η έγκαιρη διάγνωση και εν συνεχεία η αντιμετώπιση έχει σημαίνουσα σημασία προκειμένου να μην παγιωθούν τα πιθανά προβλήματα. Μέσω της διορθωτικής – θεραπευτικής παρέμβασης τα παιδιά μπορούνε να αγαπήσουν τη γνώση και να μην βασανιστούν φέροντας ταμπέλες όπως: τεμπέλης, αδιάφορος, κουτός!

Ο έλεγχος σχολικής ετοιμότητας μέσω του τεστ «ΑΘΗΝΑ» αποτελεί έναν πυρήνα πρόληψης, μία ενέργεια που είναι σημαντική να πραγματοποιήσουν όλοι οι γονείς, κυρίως των παιδιών του νηπιαγωγείου ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες μαθησιακής εμπλοκής στην έναρξη του δημοτικού.

Το τεστ «ΑΘΗΝΑ» είναι μία πηγή πληροφόρησης για το επίπεδο της μαθησιακής ετοιμότητας καθώς και το «ποσό» της ωριμότητας που έχει κατακτήσει το κάθε παιδί ολοκληρώνοντας το νηπιαγωγείο, για αυτή δηλαδή τη δεδομένη χρονική στιγμή που χορηγείται. Μέσω αυτού του ελέγχου, οι γονείς θα είναι ικανοί να γνωρίσουν καλύτερα το μαθησιακό προφίλ των παιδιών τους, καθώς και να παρέμβουν έγκαιρα σε περίπτωση μαθησιακής δυσκολίας ή μαθησιακού ελλείμματος.

Ένα τεστ σχολικής ετοιμότητας παρέχει πληροφορίες για το ποσοστό της ικανότητας που φέρει το κάθε παιδί προκειμένου να ανταποκριθεί επιτυχώς στο σχολικό του πλαίσιο.

Το «ΑΘΗΝΑ» τεστ είναι μία δέσμη από επιμέρους διαγνωστικές δοκιμασίες, οι οποίες αξιολογούν ένα ευρύτατο φάσμα νοητικών, αντιληπτικών, ψυχογλωσσικών και κινητικών διεργασιών. Μέσα από το παρών τεστ φαίνεται το επίπεδο και ο ρυθμός ανάπτυξης του παιδιού.

Πιο συγκεκριμένα, αξιολογείται:

  • Η Νοητική Ικανότητα
  • Η Μνήμη
  • Η Γραφοφωνολογική Ενημερότητα
  • Η Νευροψυχολογική Ενημερότητα
  • Ο Οπτικοκινητικός Συντονισμός
  • Η Πλευρίωση

Είναι απαραίτητο να πραγματοποιήσουν το τεστ σχολικής ετοιμότητας όλα τα παιδιά, καθώς μέσω αυτού παίρνουμε πληροφορίες όχι μόνο για τις διατομικές τους διαφορές, δηλαδή για τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ αυτών και των συνομηλίκων τους, σε μια ή περισσότερες ικανότητες (νοητική ικανότητα, μνήμη, κ.α.), αλλά και για τις ενδοατομικές τους διαφορές, δηλαδή τις διαφορές που παρουσιάζουν τα ίδια τα παιδιά σε διάφορες δικές τους ικανότητες (π.χ. καλύτερη μνήμη, δυσκολία φωνολογικής ενημερότητας).

Ολοκληρώνοντας τη χορήγηση του εν λόγω εργαλείου, ο ειδικός προτείνει στους γονείς εάν το παιδί τους μπορεί να ενταχθεί επιτυχώς στο δημοτικό σχολείο,  εάν συνίσταται επαναφοίτηση στο νηπιαγωγείο, ή εάν/και χρειάζεται το παιδί τους ενίσχυση σε ενδεχόμενους τομείς όπως:

  • στο να αναλύει και να σχετίζει έννοιες κατά τρόπο λογικό
  • να αφομοιώνει διδακτικό υλικό
  • να ανταποκρίνεται στις μαθησιακές απαιτήσεις του το πρώτου τρίμηνου της Α τάξης δημοτικού σχολείου
  • να συνθέτει γλωσσικούς φθόγγους και να παράγει λέξεις
  • στην ακουστική ή/και οπτική μνήμη
  • στον οπτικοκινητικό συντονισμό
  • στην φωνολογική ενημερότητα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το άγχος των εξετάσεων μπλοκάρει τα όνειρα των μαθητών

Όταν το άγχος των εξετάσεων μπλοκάρει τα όνειρα των μαθητών

Η προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις είναι ίσως η πιο αγχωτική περίοδος με τις πιο πιεστικές εμπειρίες στην ζωή ενός έφηβου καθώς είναι ο προθάλαμος για την μετέπειτα εκπαιδευτική του εξέλιξη και την επαγγελματική του κατεύθυνση. Η διαδικασία της αξιολόγησης από μόνη της είναι μια στρεσογόνα κατάσταση για το άτομο είτε αφορά στην εισαγωγή σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα είτε αφορά σε μια συνέντευξη για εργασία είτε σε μια προαγωγή. Ωστόσο οι εξετάσεις στην ψυχολογία ενός μαθητή αποτελούν μια επιπλέον δοκιμασία διότι λειτουργούν ως μέσο για την εκπλήρωση ή την ματαίωση των προσδοκιών του (δικών του ή των γονιών του), την υποκειμενική πεποίθηση ότι έχει ή δεν έχει ικανότητες, την επίτευξη ή την αποθάρρυνση των ονείρων μιας επαγγελματικής αποκατάστασης.

Γενικότερα, οι εξετάσεις ως διαδικασία αξιολόγησης μπορούν συμβάλουν και στην επιβράβευση του «εγώ», των δυνατοτήτων του ατόμου και της εμπιστοσύνης στον εαυτό του. Ποιοι είναι ωστόσο οι παράγοντες που επιτείνουν το άγχος των εξετάσεων; Ποιες οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία; Και με ποιους τρόπους μπορεί ένας μαθητής/φοιτητής να αντιμετωπίσει το άγχος των εξετάσεων;

Πως το άγχος των εξετάσεων μπλοκάρει τα όνειρα των μαθητών;

Πηγές του άγχους των εξετάσεων

Το άγχος έχει κυρίως μια ψυχογενή προέλευση που κάτω από συνθήκες έντονης πίεσης και φόβου το άτομο κινδυνεύει από μια ψυχική ευαλωτότητα (συναισθηματικές μεταπτώσεις, ακραίες εναλλαγές συναισθημάτων και συμπεριφορών) και από τις αρνητικές επιδράσεις στην σωματική του υγεία.  Η πίεση των εξετάσεων αποτελεί έναν συνδυασμό σωματικής υπερδιέγερσης και ανησυχίας για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, που συχνά επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση του μαθητή. Το άγχος για τις εξετάσεις –κυρίως των πανελλαδικών- κινητοποιείται από τις αρνητικές σκέψεις ή αρνητικές εμπειρίες που έχει το άτομο ενώ σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει στη πλήρη ακινητοποίηση της προσπάθειας του (μηδενισμός γνωστικών λειτουργιών, πάγωμα σκέψης, ταχυπαλμίες, κρίσεις πανικού κ.ά.).

Το στρες των εξετάσεων έχει πολλές και διαφορετικές πηγές. Ο συνδυασμός διαφορετικών παραγόντων, δηλαδή σκέψεων, συναισθημάτων, αντιλήψεων που έχει ο  μαθητής, αποτελούν γενεσιουργικές αιτίες για τη δημιουργία του στρες. Από τους σημαντικότερους παράγοντες που δημιουργεί στρες στους μαθητές είναι η πεποίθηση ότι δεν επαρκούν οι ικανότητές τους για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις των εξετάσεων. Εκτός από αυτή την υποκειμενική αντίληψη για τον εαυτό τους, ο ανταγωνισμός που υπάρχει για τις περιορισμένες θέσεις στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος στους υποψήφιους φοιτητές. Επίσης, οι παγιωμένες αντιλήψεις και πεποιθήσεις από το οικογενειακό περιβάλλον (γονείς, συγγενείς), από το κοινωνικό περιβάλλον (φίλοι, εκπαιδευτικοί) και από τους θεσμούς, που ευνοούν την ανταγωνιστικότητα και δεν προβλέπουν εναλλακτικούς τρόπους αξιολόγησης, ωθούν συχνά τους έφηβους να δημιουργούν καταστροφικά σενάρια, όπως για παράδειγμα ότι θα είναι αποτυχημένοι αν δεν τα καταφέρουν στις εξετάσεις, γεγονός που προκαλεί περισσότερο άγχος και ενισχύει το αίσθημα της αναξιότητας.

Ψυχοσωματικές επιπτώσεις του άγχους των εξετάσεων

Το άγχος των εξετάσεων επιφέρει ποικίλες ψυχοσωματικές δυσλειτουργίες στους μαθητές. Ένα από τα πιο ψυχοφθόρα αποτελέσματα του άγχους των εξετάσεων είναι οι χαμηλές σχολικές αποδόσεις, η δυσκολία στη συγκέντρωση, τα προβλήματα μνήμης και γενικότερα τα προβλήματα ταξινόμησης, απομνημόνευσης και ανάκλησης των πληροφοριών της εκπαιδευτικής ύλης. Στα ψυχοσωματικά συμπτώματα συμπεριλαμβάνονται αυξημένοι καρδιακοί παλμοί, ίλιγγοι, αίσθημα πανικού, πονοκέφαλοι, πόνο στο στομάχι, ναυτία, δύσπνοια, ευερεθιστικότητα, υπερβολική εφίδρωση, τριχόπτωση, ταχυπαλμία κ.ά.. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι οι μαθητές με άγχος στις εξετάσεις σημειώνουν χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις από εκείνους που μπορούν και ελέγχουν το στρες.   Ο φόβος της αποτυχίας στις εξετάσεις δημιουργεί έντονα το αισθήμα της ανεπάρκειας, αυτό-ενοχοποίηση, αρνητική εικόνα εαυτού και υπερβολική απογοήτευση κατά τη σύγκριση του ατόμου με τους άλλους. Το άγχος των εξετάσεων, αποτελεί μέρος του «άγχους απόδοσης», το οποίο παρατηρείται σε περιπτώσεις όπου το άτομο αξιολογείται από τους άλλους και το αποτέλεσμα της αξιολόγησης καθορίζουν και την ταυτότητα του ατόμου.

Γονείς στο άγχος των εξετάσεων

Το άγχος παρατηρείται συχνά εκτός από τους μαθητές και στους γονείς. Πράγματι, οι διαδικασίες αξιολόγησης όπως τα τεστ, τα διαγωνίσματα δημιουργούν σε πολλούς  γονείς την ανάγκη να βοηθήσουν τα παιδιά τους. Η έντονη επιθυμία ορισμένων γονιών να συνδράμουν προκειμένου να βελτιώσουν την απόδοση του παιδιού, τους οδηγεί σε ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές με ναρκισσιστικές καταβολές (π.χ. ξενυχτούν μαζί τους, αναλαμβάνουν εργασίες, παίρνουν άδεια από την δουλειά τους την περίοδο των εξετάσεων κ.ά.) με αποτέλεσμα εκτός από τον έφηβο μαθητή να αγχώνονται και οι ίδιοι, τόσο για τη διαδικασία όσο και για το αποτέλεσμα της αξιολόγησης. Ωστόσο, επειδή το άγχος είναι κατά κάποιο τρόπο μεταδοτικό, όταν αγχώνεται ο γονιός μεταδίδει το αίσθημα της ανησυχίας του στο παιδί, έτσι δημιουργείται ένας «φαύλος κύκλος άγχους» με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ένταση του άγχους που βιώνει ο μαθητής καθώς νιώθει υποχρεωμένος να μην απογοητεύσει τους γονείς του. Έρευνες άλλωστε αναφέρουν ότι περίπου το 20% των μαθητών αντιμετωπίζουν υψηλό άγχος εξετάσεων, ενώ το 16% των μαθητών αντιμετωπίζουν μετρίως υψηλό άγχος. Συχνά ο ρόλος του γονιού από την  «υποστηρικτική» παρουσία του περνάει υποσυνείδητα σε μια «ελεγκτική» παρουσία που επιβαρύνει την ψυχοσωματική υγεία του εφήβου. Ορισμένοι γονείς ακόμα και άθελά τους υιοθετούν συμπεριφορές  που ταλαντεύονται ανάμεσα σε μια  ψυχογενή καταστροφολογία «αν δεν περάσεις στην σχολή θα πεινάσεις!», μια μαζοχιστική προβολή εαυτού «πόσες θυσίες κάνω για χάρη σου!» ή μια υπέρμετρη αισιοδοξία «δεν υπάρχει περίπτωση να μην περάσεις!» αυξάνοντας το άγχος και ενεργοποιώντας με αυτό τον τρόπο ψυχοσωματικά συμπτώματα και δυσλειτουργικές συμπεριφορές στον μαθητή.

Χρήσιμες συμβουλές για μαθητές και γονείς

Μαθητές:

  • Κατά την διάρκεια των εξετάσεων μια βόλτα, η ενασχόληση με μια αθλητική δραστηριότητα ξεκουράζουν το μυαλό από το διάβασμα και χαλαρώνουν την διάθεση του υποψήφιου μαθητή-φοιτητή
  • Το διάβασμα νυχθημερόν δεν βοηθάει σε τίποτα τις εξετάσεις αντίθετα κουράζει τον οργανισμό και την ψυχολογία του παιδιού.
  • Ο μαθητής μπορεί να γράψει σε μια στήλη σελίδας, τι είναι αυτό που του προκαλεί άγχος και σε μια άλλη τι είναι αυτό που μπορεί να του απαλύνει το συγκεκριμένο πρόβλημα (π.χ. μια βόλτα με το σκύλο του,να ακούσει ένα αγαπημένο τραγούδι, να μιλήσει με τον κολλητό του φίλο, κ.ά.) έτσι ώστε να ελέγξει το στρες.
  • Το διάβασμα σε συνδυασμό με την σωματική άσκηση χαλαρώνει και βοηθάει στις θετικές και ρεαλιστικές σκέψεις.
  • Οι μαθητές ωφελούνται πολύ από τη συμμετοχή τους σε ομάδες μελέτης και την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης από τους εκπαιδευτικούς ή τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
  • Σε περίπτωση που τα πράγματα δεν εξελιχθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες του μαθητή, αυτό δεν σημαίνει ακύρωση των επαγγελματικών στόχων ή της εκπαιδευτικής σταδιοδρομίας του. Υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί δρόμοι και εκπαιδευτικές ευκαιρίες, προκειμένου να μπορέσει κάποιος να επιτύχει αυτό που πραγματικά επιθυμεί και που τον κάνει ευτυχισμένο!

Γονείς:

  • Οι γονείς πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι αυτοί που δίνουν εξετάσεις και επιθυμητό είναι να βρίσκονται διακριτικά δίπλα στα παιδιά τους,  χωρίς να τους μεταδίδουν το άγχος των δικών τους προσδοκιών
  • Οι γονείς θα πρέπει πρώτα να είναι διαθέσιμη να ακούσουν τους φόβους των παιδιών και μετά να τα συμβουλέψουν. Οι γονείς είναι σύμμαχοι της προσπάθειας των παιδιών και όχι οι αξιολογητές τους
  • Οι γονείς είναι αυτοί που συχνά κρατούν τα κλειδιά της αυτοπεποίθησης του ή της ανασφάλειας του παιδιού. Η ενθάρρυνση, η αισιοδοξία είναι πολλαπλάσιας σημασίας, όταν προέρχονται από τις γονεϊκές φιγούρες.
  • Οι γονείς οφείλουν να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους ώστε να μιλούν με θετικό τρόπο για τον εαυτό τους, προκειμένου να αποφύγουν την καλλιέργεια αρνητικών ιδεών για τις ικανότητες και την αυτοεικόνα τους, π.χ. μπορούν να διορθώνουν εκφράσεις των παιδιών όπως «δεν είμαι αρκετά έξυπνος για να περάσω στο πανεπιστήμιο» με άλλες«έχω διαβάσει και θα κάνω το καλύτερο δυνατό που μπορώ».

 

 

Coaching Εφήβων

coaching διαπροσωπικές σχέσεις εφήβων ευρύτερη κοινωνικοποίησή

Πως το coaching μπορεί να συνδράμει στις διαπροσωπικές σχέσεις των εφήβων και κατ΄ επέκταση στην ευρύτερη κοινωνικοποίησή τους.

Κάθε άνθρωπος εκδηλώνει την ανάγκη του «ανήκειν» από τη γέννησή του κιόλας. Η ανάγκη αυτή είναι πιο έντονη στην πληθυσμιακή ομάδα των εφήβων. Ο έφηβος χρειάζεται να νιώθει ότι είναι μέλος μιας ομάδας μέσω της οποίας θα λαμβάνει την απαιτούμενη συναισθηματική ασφάλεια.

Οι κοινωνικές σχέσεις και οι καθημερινές επαφές με άλλους ανθρώπους βοηθούν του έφηβους να εξελιχθούν τόσο σωματικά όσο και πνευματικά. Μέσα από την αλληλεπίδρασή τους με τους συνομηλίκους τους αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, δομούν την προσωπικότητα και τα όριά τους, αναπτύσσουν την κοινωνική τους ταυτότητα, μαθαίνουν και κατανοούν αφηρημένες έννοιες όπως η ανιδιοτέλεια, η συμμετοχικότητα, η ενσυναίσθηση, αλληλεγγύη. Επίσης, μελέτες στην ψυχονευροανοσολογία έδειξαν ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κοινωνικό δίκτυο ενός έφηβου, τόσο πιο πολύ ενισχύεται το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού του. Ωστόσο, η δημιουργία κοινωνικών επαφών δεν είναι μία απλή διαδικασία. Για να επιτευχθεί μια διαπροσωπική σχέση θα πρέπει οι  έφηβοι να έχουν αναπτύξει δομές (κοινωνικές, συναισθηματικές κ.α.), ήδη από την παιδική τους ηλικία με αφετηρία το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Οι έφηβοι του 21ου αιώνα βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη δίνη του σύγχρονου τρόπου ζωής και αυτό τους οδηγεί στο να αντλούν την ψυχική τους ενέργεια όχι μέσα από την επαφή τους με τους άλλους ανθρώπους αλλά από τα εικονικά υποκατάστατα της τεχνολογίας. Έχει χαθεί το «αξιακό» τους σύστημα και έχουν μειωθεί οι κοινωνικές συναναστροφές. Οι διαπροσωπικές σχέσεις έχουν αποδομηθεί, η μοναξιά ταλανίζει καθημερινά ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ πέντε χωρών – Ελλάδα, Πορτογαλία, Αγγλία, Ισπανία και Ολλανδία- έδειξαν πως οι Έλληνες παρουσιάζουν τα χαμηλότερα επίπεδα στενής κοινωνικής δικτύωσης και κοινωνικών συναναστροφών.

Οι κοινωνικές δυσλειτουργίες εάν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως, ενδέχεται, να οδηγήσουν σε σοβαρές παρεκκλίσεις και διαταραχές. Η έλλειψη κοινωνικών-διαπροσωπικών δεξιοτήτων, η αδυναμία συνεργασίας με τους άλλους, η αδυναμία συγκέντρωσης και προσαρμογής στους κανόνες οργανωμένων δραστηριοτήτων, οι υπερβολικές αναστολές και η έντονη κοινωνική απόσυρση συνιστούν ένα ευρύ πλέγμα κοινωνικών δυσλειτουργιών. Ο έφηβος έχει ανάγκη να ανακαλύψει το σκοπό της ζωή του και αυτό θα επιτευχθεί  αποτελεσματικά μέσα από την δημιουργία  υγιών κοινωνικών δεσμών. Το coaching θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για την βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων των εφήβων. Θα μπορούσε να συμβάλει στην επιτυχή διαδικασία της επικοινωνίας, στην ενδυνάμωση της ψυχικής ανθεκτικότητας, στη μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού, της περιθωριοποίησης και της αδυναμίας προσαρμογής των εφήβων με την διαφορετικότητα.

Το coaching θα μπορούσε να βοηθήσει τους εφήβους να δραστηριοποιηθούν, καθώς πρόκειται για μια διαδραστική διαδικασία. Εστιάζει στο «εδώ και τώρα», στον αυτοπροσδιορισμό του εφήβου που αυτό επιτυγχάνεται από τη συνεργατικότητα και την εμπιστοσύνη. Ο coach βοηθάει τον έφηβο να ανακαλύψει-συνειδητοποιήσει που βρίσκεται αυτή τη χρονική στιγμή και που επιθυμεί να πάει. Στην συνέχεια, μαζί με τον έφηβο χτίζουν βήμα βήμα την διαδικασία επίτευξης του στόχου προκειμένου ο έφηβος να  εξελιχθεί. Η δυαδική αυτή σχέση αποτελεί τα θεμέλια για την υγιή κοινωνικοποίηση του εφήβου καθώς και την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων καθώς χτίζεται μια σχέση εμπιστοσύνης που συγκατασκευάζεται και από τα δυο μέλη. Επομένως, μέσα από αυτή τη διαδικασία ο έφηβος αναγνωρίζει το «δούναι και λαβείν», μαθαίνει το να σχετίζεται με τους άλλους καθώς και την αξία των σχέσεων στην ζωή του. Πράγματι, μέσα από αυτή τη διαδικασία οι έφηβοι κατανοούν τις έννοιες αυτές οι οποίες είναι πολύπλοκες και ευαίσθητες για τον εφηβικό ψυχισμό αλλά και πολύ σημαντικές για μία υγιής ενήλικη βιωσιμότητα.

Η κοινωνικοποίηση δεν επέρχεται μόνο μέσω κοινών απλών στρατηγικών αλλά κυρίως μέσα από την κινητοποίηση και στην ενδυνάμωση της εφηβικής ταυτότητας. Ο έφηβος μπορεί να ανασύρει το δικό του ατομικό υλικό, μέσα από τη δική του ξεχωριστή προσωπική βιβλιοθήκη και να βρει όλες του τις αρετές, ικανότητες, ταλέντα. Εν συνεχεία να τις χρησιμοποιήσει για την υλοποίηση των πετυχημένων και ουσιαστικών σχέσεών του. Επιπλέον, θα βοηθήσει τον έφηβο να οργανώσει τη σκέψη του και να φέρει στην επιφάνεια τις επιθυμίες του, να τις οραματιστεί, να τις λεκτικοποιήσει και τέλος να τις πραγματοποιήσει.

Σχηματικά η διαδικασία περιλαμβάνει τα εξής τρία στάδια: συνειδητοποίηση, ενεργοποίηση και αλλαγή! Ο coach είναι ένας προπονητής για τον έφηβο, ένας καθοδηγητής ο οποίος δεν παρεμβαίνει, δεν δίνει λύσεις αλλά ο ρόλος του είναι ως μεσολαβητής να διευκολύνει τον έφηβο να ακολουθήσει αυτή τη διαδικασία. Η βασική αρχή του coaching διαφοροποιείται από την ψυχοθεραπεία. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για μια τέχνη-τεχνική και όχι θεραπεία, γεγονός που  δεν τρομάζει ούτε τους γονείς αλλά ούτε και τους ίδιους τους έφηβους, διότι είναι απαλλαγμένο από στερεότυπα και προκαταλήψεις.

Η ευτυχία δεν κυκλοφορεί σε «χάπι», οι έφηβοι πρέπει να εκπαιδευτούν προκειμένου να διεκδικήσουν την ευτυχία τους,  χρησιμοποιώντας οι ίδιοι τις δικές τους δυνάμεις. Ο coach δεν δίνει λύσεις αλλά παρέχει ένα σταθερό πλαίσιο για να μπορέσει ο έφηβος να εφεύρει και να ανακαλύψει μόνος του τις δυνάμεις και ικανότητες. Όπως αναφέρει και μια κινέζικη παροιμία, «αν θέλεις να βοηθήσεις έναν φτωχό μην του δίνεις ένα ψάρι, αλλά μάθε του να ψαρεύει». Το coaching δεν σου προσφέρει το ψάρι αλλά σε «μαθαίνει» πως να ψαρεύεις μόνος σου!

 

Η συμμετοχή των παιδιών και των εφήβων σε Ομαδικά Προγράμματα

Η συμμετοχή των παιδιών και των εφήβων σε Ομαδικά Προγράμματα

Η συμβολή της συμμετοχής των παιδιών και των εφήβων σε Ομαδικά Προγράμματα,  στην ανάπτυξη της  κοινωνικής προσαρμογής τους και στην δημιουργία και την ενίσχυση της προσωπικής τους ταυτότητας

Οι ομάδες συνομήλικων αποτελούν ένα ισχυρό σύστημα, το οποίο σε συνδυασμό με το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη συναισθηματική και διανοητική εξέλιξή του. Τα παιδιά ή οι έφηβοι μέσα από αυτές διαμορφώνουν την ταυτότητα τους, καθρεφτίζοντας πολλαπλές πτυχές του εαυτού τους στα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας.

  Η κάθε ηλικιακή φάση (προσχολική ηλικία, σχολική ηλικία, εφηβεία) αποτελεί μοναδική και ξεχωριστή στιγμή για την ολική ανάπτυξη του ανθρώπου. Ο κύκλος της ζωής μας χαρακτηρίζεται από ένα συνονθύλευμα αλλαγών ανάλογα με την ηλικία που διανύουμε. Ο ευτυχισμένος και υγιής ενήλικας χρειάζεται να διανύσει τις προηγούμενες φάσεις ζωής αλώβητα, χωρίς προσκολλήσεις και καθηλώσεις. Η συμβολή της ομάδας είναι διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική για κάθε ηλικία.

  Όπως αναφέρει και ο Σαίξπηρ : «όλοι σε αυτή τη σκηνή, πρέπει να παίξομε κάποιο ρόλο», απλά εμείς θα προσθέσουμε ότι ο «ρόλος» που καλούμαστε να παίξουμε στη ζωή μας είναι σημαντικό να συνάδει με την ηλικία μας και να μπορούμε να τον αφήνουμε πίσω μας με αγάπη και αποδοχή πριν περάσουμε στον επόμενο (ρόλος παιδιού, εφήβου, άντρα, γυναίκας, συντρόφου, συζύγου, παππού, γιαγιάς).

  Η προσχολική ηλικία αποτελεί μια μοναδική και ξεχωριστή περίοδο στη ζωή του παιδιού. Η ζωή μας αυτήν την περίοδο εξαρτάται από την ζωή των άλλων. Η ανάγκη για φροντίδα και προστασία είναι υψίστης σημασίας. Μέσα από τα πρώτα αυτά χρόνιας της ζωής το βρέφος – παιδί κατακτά το μεγαλύτερο ποσοστό γνωστικών ικανοτήτων και διαμορφώνει ήδη μια προσωπικότητα, καθώς αυτή την περίοδο θέτονται οι βάσεις του για τα μετέπειτα χρόνια της ζωής του. Το βρέφος – παιδί διαθέτει ατομικούς μηχανισμούς μάθησης, οι οποίοι είναι σημαντικό να ενισχυθούν. Μαθαίνει μέσα από τη διερεύνηση, το παιχνίδι και τη συζήτηση. Κατά την πρώτη αυτή φάση της ζωής του χρειάζεται όρια και ρουτίνες για να νιώθει ασφάλεια και να αφήνεται ελεύθερο να εξερευνά το περιβάλλον του ώστε να αναπτυχθεί και να μάθει. Το παιχνίδι παρουσιάζεται σε πολλές μορφές ανάλογα με το εξελικτικό στάδιο του παιδιού (συμβολικό, οικοδομικό, δραματικό, φανταστικό, κινητικό, δημιουργικό).

  Μέσω της συμμετοχής τους στην ομάδα, τα παιδιά μπορούν να εξελιχθούν σε όλους τους τομείς. H ομάδα συμβάλει στην ανάπτυξη εννοιών όπως η περιέργεια, η φαντασία, η δημιουργικότητα, η εφευρετικότητα, η επιμονή, η επιθυμία για πειραματισμό, η εποικοδομητική επιδεκτικότητα στο λάθος, το ρίσκο, η αποτυχία και η κριτική.

  Αναλυτικότερα οι ομάδες προσχολικής ηλικίας στοχεύουν στην ανάπτυξη της προσωπικής και κοινωνικής συνειδητοποίησης (ανεξαρτησία,  αυτοεξυπηρέτηση,  προσωπική υγεία και ασφάλεια, σχέσεις, ταυτότητα, φύλο και συνεργασία), της συναισθηματικής ισορροπίας (κατανόηση, αποδοχή και έκφραση συναισθημάτων, δεξιότητες επιβίωσης, αναγνώριση του εαυτού ως ξεχωριστή οντότητα, σχέσεις εμπιστοσύνης), των κινητικών ικανοτήτων (έλεγχος του σώματος, συντονισμός π.χ. χεριού –ματιού , ποδιού – ματιού,  σταθερότητα, ισορροπία π.χ. τρέξιμο,  ρίξιμο , πιάσιμο), της γνωστικής ανάπτυξης (μνήμη, σκέψη, αντίληψη, προσοχή, γλώσσα, φαντασία, περιέργεια)

  Το πέρασμα από τη προσχολική ηλικία στην σχολική αφήνει πίσω του την πληρότητα της αθωότητας και προσκαλούμε την γέννηση του «εγώ» που ταράζει την μέχρι τώρα αρμονία του παιδιού. Φεύγει σιγά σιγά από την ασφάλεια των σημαντικών άλλων και ψάχνει να βρει την δική του ασφάλεια μέσα σε ένα πλήθος ατόμων. Τα παιδιά έχουν έντονο το στοιχείο του εγωκεντρισμού και του άγχους αποδοχής και διαφορετικότητας. Η αλληλοαποδοχή μέσα από μία ομάδα παιδιών, η οποία αποτελείται από άτομα τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους στις δεξιότητες, στο χαρακτήρα, στη θρησκεία, στο φύλο, στην εθνικότητα καθώς και σε άλλα στοιχεία αποτελεί ισχυρό αντίδοτο στο άγχος τους. Η παρέα με τους συνομηλίκους τα αποσυμπιέζει και τα εκτονώνει.

 Η δραστηριότητα στις ομάδες είναι το κύριο μέσο επικοινωνίας ώστε να σχετιστούν τα μέλη της ομάδας μεταξύ τους, τη στιγμή που νοιώθουν κάτι κοινό και μοιράζονται μια κοινή εμπειρία. Η δραστηριότητα χρησιμοποιείται ως μέσο θεραπείας, για να δημιουργηθούν δηλαδή οι γέφυρες επικοινωνίας, να βελτιωθεί κατόπιν η επικοινωνία και τέλος να διευκολυνθούν οι αλληλαντιδράσεις τους, οι οποίες συμβάλουν στη διορθωτική εμπειρία του παιδιού και στη δημιουργία ικανοποιητικών σχέσεων με τους άλλους.

 Τα μέλη της ομάδας μπορούν να πειραματισθούν και να μοιρασθούν το συναίσθημα τους μάλλον, παρά να «μιλούν» για ένα συναίσθημα. Μπορούν να βιώσουν και να μοιρασθούν τα συναισθήματα που αυξάνουν την ομαδική αλληλαντίδραση και να διεγείρουν την ομαδική εξερεύνηση συναισθημάτων, σκέψεων και συμπεριφοράς.

Στις ομάδες, η διήγηση ενός παραμυθιού ή μιας ιστορίας, η αυθόρμητη γραφή, τα γνωστικά παιχνίδια, η παρακολούθηση ενός βίντεο και το παιχνίδι ρόλων είναι τα μέσα-εργαλεία που χρησιμοποιούνται ώστε τα μέλη να συμμετέχουν ενεργά μέσα στην ομάδα προκειμένου να  εξελιχθούν υγιώς σε όλους τους τομείς.

Συγκεκριμένα οι τομείς ανάπτυξης των παιδιών που δίνεται έμφαση στην σχολική ηλικία είναι ο γνωστικός, κοινωνικός – συναισθηματικός τομέας. 

Η εφηβεία είναι άλλη μία ηλικία γεμάτη προκλήσεις. Μια πάλη τρομερή πραγματοποιείται ανάμεσα στο παιδί που αφήνουμε πίσω μας και στον εν δυνάμει ενήλικα που καλωσορίζουμε. Οι έφηβοι συχνά συναντούν ως κύριο εμπόδιο της εξελικτικής τους πορείας τις έντονες ναρκισσιστικές τάσεις που τους κατακλύζουν, τη δυσκολία δημιουργίας της νέας τους ταυτότητας, τις έντονες συγκρούσεις με τους ενήλικες γονείς. Οι δυσκολίες αυτές πολλές φορές παρεμποδίζουν την επιθυμία τους για συνύπαρξη και τους οδηγεί σε μοναχικά μονοπάτια, αφού δεν τους αφήνει συχνά να δουν κάτι πέρα από τον εαυτό τους. Ενοχές, οργή και έντονη κυκλοθυμία τους κυριεύει.Η κύρια αναπτυξιακή απαίτηση της εφηβείας είναι η απόκτηση ταυτότητας: να διαμορφώσει δηλαδή μια εσωτερική εικόνα για τον εαυτό του, ως πρόσωπο, και για το ρόλο που θα διαδραματίσει μέσα στην κοινωνία ως άτομο. Να δώσει με άλλα λόγια μια απάντηση στα ερωτήματα «ποιος είμαι», «τι θέλω».

Σκοπός των ομάδων δεν είναι να εξαλείψουμε τις διαφορές αλλά να επιτρέψουμε σε όλα τα παιδιά αλλά και σε όλους τους εφήβους να ανήκουν σε μία ομάδα, η οποία επικυρώνει και εκτιμά την ατομικότητά τους.

Σκοπός της ομάδας εφήβων είναι η κοινωνική προσαρμογή του εφήβου, η εκμάθηση του να σχετίζεται σε συνομήλικο – ενήλικο επίπεδο και η δημιουργία  και ενίσχυση της προσωπικής του ταυτότητας.

Η ομαδική διαδικασία θεωρείται η πλέον ενδεδειγμένη μορφή «θεραπείας» για τους εφήβους. Μέσω της δομής της, τους κανόνες λειτουργίας, την παρουσία του θεραπευτή και την επικοινωνία που αναπτύσσεται, εμπλέκει τον έφηβο σε μια δομημένη διαδικασία, η οποία έχει ως στόχο τη διαμόρφωση υγιέστερης δομής του εφήβου και τη διαμόρφωση και εξέλιξη της ταυτότητας του μέσω της αποδοχής των ήδη υπαρχόντων χαρακτηριστικών του, αλλά και των αλλαγών που επέρχονται. Μέσω της ανάπτυξης της ομάδας, ο έφηβος έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί ικανοποιητικές και διαπροσωπικές σχέσεις, να αναλαμβάνει ευθύνες, να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων (συνομηλίκων και ενηλίκων) και να αποδέχεται τις συνέπειες της συμπεριφοράς του.

Οι έφηβοι πολλές φορές έχουν δυσκολία να δημιουργήσουν έντονες ή ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις με τους συνομηλίκους τους ή τους ενηλίκους. Ενώ λοιπόν ζουν απότομες αλλαγές στην ψυχοσυναισθηματική τους εξέλιξη και προετοιμάζονται για νέους ρόλους στην προσωπική  και κοινωνική τους ζωή, ταυτόχρονα φαίνονται να δυσκολεύονται στη δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων. Όπως είναι φυσικό διακατέχονται από συναισθήματα απομόνωσης απομάκρυνσης, κρίσης ταυτότητας ή και σύγχυση ταυτότητας.

Η ομάδα καθιστά δυνατή τη μετάθεση των άλυτων συγκρούσεων με τους γονείς και την εξάρτηση απ’αυτούς, στην ομάδα συνομηλίκων . Επιτρέπει χάρη στην παρουσία των συνομηλίκων, την επανεπεξεργασία και ανάδυση της διαδικασίας εξέλιξης ταυτότητας, τόσο ομαδικής όσο και ατομικής. Είναι σημαντικό για έναν έφηβο να αναγνωρίζει τον εαυτό του σε ένα σύστημα αξιών, ενδιαφερόντων, ιδεών ή και αυθεντικότητας της ομάδας στο σύνολο της. Επιπλέον, μέσα στην ομάδα του δίνεται η δυνατότητα να αντιμετωπίσει την εσωτερική σύγκρουση και να διαπραγματευτεί την επιθυμία του να είναι όμοιος με τους άλλους ή και να ενωθεί ή να συγχωνευτεί μαζί τους.

Η εξέλιξη των εφήβων αποτελεί διεργασία δυναμική, με συνεχείς και συνεχιζόμενες αλληλεπιδράσεις. Η συμμετοχή των εφήβων σε ομάδα, όταν βασίζεται σε συγκεκριμένες και ξεκάθαρες αρχές και γίνεται σ΄ένα κατάλληλο «υποστηρικτικό θεραπευτικό πλαίσιο» μπορεί να οδηγήσει στην πρόοδο των εξελικτικών διεργασιών.

Η ένταξη των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας αλλά και των εφήβων μέσα σε ομάδες «ψυχοεκπαιδευτικές», σε «ομάδες πολλαπλών δραστηριοτήτων»  αλλά και «ψυχοθεραπευτικές» αποτελεί βασική πηγή ψυχοκοινωνικής εκπαίδευσης, ανάπτυξης και θεραπείας για το Πρότυπο Ψυχοπαιδαγωγικό Κέντρο, «εὔνοια». Η ομάδα αποτελεί το νήμα που συνδέει το «εγώ» με τους «άλλους».

Στο Κέντρο μας λειτουργούν καθημερινά οι παρακάτω ομάδες:

Ομάδες Προσχολικής Ηλικίας 3-5 ετών : Ομάδα Παραμυθιού, Ομάδα Ανάπτυξης της Συναισθηματικής Νοημοσύνης ,  Ομάδα Ανάπτυξης των Κοινωνικών Δεξιοτήτων, Ομάδα με Παιχνίδια Γνωστικού Αντικειμένου, Ομάδα με Μουσικοκινητικά παιχνίδια, Ομάδα Θεατρικού Παιχνιδιού.

 Ομάδες Σχολικής Ηλικίας 6-12 ετών: Ομάδα Παραμυθιού, Ομάδα Ανάπτυξης της Συναισθηματικής Νοημοσύνης , Ομάδα Ανάπτυξης των Κοινωνικών Δεξιοτήτων, Ομάδα με Παιχνίδια Γνωστικού Αντικειμένου,  Ομάδα Κινηματογράφου, Ομάδα Θεατρικού Παιχνιδιού, Ομάδα Δημιουργικής Γραφής .

 Ομάδες Εφηβικής ηλικίας 12-18 ετών: Ομάδα Ψυχοδράματος, Ομάδα Ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, Ομάδα Θεατρικού Παιχνιδιού, Ομάδα Επικαιρότητας , Ομάδα Κινηματογράφου, Ομάδα Ενδυνάμωσης και Αυτοπεποίθησης.

Οι ομάδες περιορίζουν μία ενδεχόμενη δύσκολη αλλά και απροσδιόριστη μελαγχολία των παιδιών και τον εφήβων ψάχνοντας τι κρύβεται πίσω από αυτή και δίνοντας νόημα στο «εδώ και τώρα», στο σήμερα. Μέσω αυτών τα παιδιά αλλά και οι έφηβοι ανακαλύπτουν άγνωστες εικόνες, εμπειρίες, γεγονότα ή/και απόψεις και αποκτούν πρόσβαση στη διαφορετικότητα, καθώς επίσης και στη διαχείριση της ύπαρξη μη προβλεπόμενων καταστάσεων.

Παιδικός καρκίνος … Όταν ο καρκίνος στοχεύει παιδιά

Παιδικός καρκίνος Όταν ο καρκίνος στοχεύει παιδιά

Όταν η «επάρατη νόσος» χτυπάει μικρούς αγγέλους, ακόμα και οι πιο σκληροί άνθρωποι λυγίζουν. Σοκάρει η εικόνα ενός παιδιού χωρίς μαλλιά, με βλέμμα απορημένο γιατί δεν κάνει ότι τα άλλα παιδιά που παίζουν ανέμελα και εντυπωσιάζει η δύναμη των μικρών ηρώων που παλεύουν για τη ζωή τους και δείχνουν την ανεξάντλητη ελπίδα τους για ζωή.

Ο καρκίνος είναι η μάστιγα του αιώνα, με συνεχώς αυξανόμενα ποσοστά, και δεν εξαιρεί ούτε την ηλικιακή ομάδα των παιδιών με συχνότερους τύπους την λευχαιμία, τους εγκεφαλικούς όγκους, το νευροβλάστωμα,  όγκος Wilms και τους όγκους των οστών. Ο παιδικός καρκίνος αποτελεί σήμερα την δεύτερη αιτία θανάτου στα παιδιά μετά τα ατυχήματα, αλλά την πρώτη αιτία λόγω ασθένειας. Η διάγνωση ενός σοβαρού νοσήματος όπως ο καρκίνος προκαλεί έντονη ψυχολογική φόρτιση τόσο στο παιδί όσο και σε όλη την οικογένεια. Η εισαγωγή ενός παιδιού στο νοσοκομείο αποτελεί μια από της πιο σοβαρές ψυχοτραυματικές  εμπειρίες. Οι μαρτυρίες γονιών που δηλώνουν ότι «τα πρώτα συναισθήματα που νιώθεις όταν μαθαίνεις ότι το παιδί σου έχει καρκίνο είναι απελπισία και φόβος», φανερώνουν την έντονη ανάγκη για ψυχολογική στήριξη όλων των μελών της οικογένειας. Ποιες είναι όμως οι ψυχικές επιπτώσεις για το παιδί; και πως μπορεί ένας γονέας να βρει δύναμη να στηρίξει το παιδί του και τον εαυτό του;.

 

Ο Παιδικός Καρκίνος σε αριθμούς

Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι, στον κόσμο, κάθε χρόνο, 250.000 παιδιά νοσούν από καρκίνο, από τα οποία μόνο ποσοστό 20% έχει δυνατότητα πρόσβασης σε σωστή ιατρική φροντίδα. Στην χώρα μας υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο  280 – 300 παιδιά προσβάλλονται ετησίως από καρκίνο- κυρίως από λευχαιμία, από ηλικίες λίγων μηνών έως και 18 χρόνων. Τρία στα τέσσερα παιδιά βγαίνουν νικητές στη μάχη κατά της νόσου.

Η Ανάγκη Ψυχολογικής  στήριξης του παιδιού

Οι ψυχολογικές ανάγκες του παιδιού ξεκινούν από την πρώτη στιγμή της διάγνωσης της ασθένειας (τι είναι; ποια τα συμπτώματα; μήπως φταίνε εκείνα; κ.ά.). Ένα μικρό παιδί δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί αρρώστησε, γιατί πρέπει να υποβληθεί σε μια επώδυνη συχνά θεραπεία, και γιατί πρέπει να αφεθεί στη φροντίδα κάποιων «αγνώστων». Έτσι, συχνά, οι εξηγήσεις για την νόσο στο μυαλό ενός παιδιού είναι τρομακτικότερες από την πραγματική ασθένεια, καθώς το παιδί δημιουργεί ασυνείδητες φαντασιώσεις  πιστεύοντας ότι απειλείται ή τιμωρείται για κάτι. Τα περισσότερα παιδιά με χρόνια νόσο εκδηλώνουν μια συμπεριφορά νευρική, αίσθηση της απώλειας και συναισθήματα λύπης, φόβου, άγχους. Επίσης, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις παιδιών και εφήβων που αναπτύσσουν μια δυσκολία προσαρμογής στη νόσο, καθώς εμφανίζουν συμπεριφορές όπως, απομόνωση, μοναξιά, το αίσθημα απόρριψης και προβλήματα επικοινωνίας με την οικογένεια.

Μάλιστα, μια έρευνα του Rapoport και των συνεργατών του έδειξε ότι πολλά σωματικά προβλήματα καρκινοπαθών βελτιώνονται με την πάροδο του χρόνου σε αντίθεση με πολλά ψυχολογικά όπως το άγχος και ο θυμός που επιδεινώνονται σε σημαντικό βαθμό. Η στάση που θα τηρήσει η οικογένεια, όσον αφορά την ενημέρωση του παιδιού σχετικά με την αρρώστια και τη θεραπεία, θα δυσχεράνει ή θα διευκολύνει τη διαδικασία προσαρμογής του στην νέα πραγματικότητα. Συχνά, η προετοιμασία του παιδιού για κάποια θεραπευτική διαδικασία ή επέμβαση, ανακινεί μια διεργασία ανησυχίας και προβληματισμού, καθώς επεξεργάζεται νοητικά και συναισθηματικά τα γεγονότα που πρόκειται να αντιμετωπίσει. Ωστόσο, αυτή η διεργασία προστατεύει το παιδί από το σοκ, τον πανικό και την αίσθηση αδυναμίας που βιώνει όταν συμβαίνουν δυσάρεστα γεγονότα.

Οι Ψυχολογικές επιπτώσεις για το παιδί

Η διάγνωση μιας χρόνιας αρρώστιας έχει σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή του παιδιού. Οι επιπτώσεις της διάγνωσης και της θεραπείας στον ψυχισμό του παιδιού εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι τα χαρακτηριστικά του παιδιού, όπως η ηλικία, το στάδιο νοητικής εξέλιξης, η προσωπικότητα που έχει αναπτύξει. Επίσης, το περιβάλλον του παίζει σημαντικό ρόλο, δηλαδή η στάση και οι αντιδράσεις των γονιών, των συγγενών,  απέναντι στο άρρωστο παιδί. Γονείς που αφήνονται στο φόβο και την απελπισία επηρεάζουν το παιδί δημιουργώντας την αίσθηση ότι είναι ένοχο για την κατάσταση αυτή που βιώνουν οι γονείς.  Επιπλέον, οι παράγοντες που σχετίζονται με την αρρώστια, όπως η σοβαρότητα, οι  αλλαγές  στην εξωτερική εμφάνιση του παιδιού. Η χρόνια αρρώστια επιδρά στη γενικότερη συναισθηματική και κοινωνική εξέλιξη του παιδιού και του εφήβου, γεγονός που απαιτεί την παροχή φροντίδας σε πολλά επίπεδα συγχρόνως ιατρικά και ψυχολογικά. Ορισμένα παιδιά εμφανίζουν συναισθηματικές διαταραχές ή προβλήματα συμπεριφοράς, (επιθετικότητα, απομόνωση, ψυχικές μεταπτώσεις κ.ά.), όταν επιστρέφουν στο σπίτι. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της νοσηλείας του παιδιού άλλωστε γίνονται εμφανείς μόλις βρεθούν στον ασφαλή και οικείο χώρο του σπιτιού, μακριά από την επιτήρηση άγνωστων προσώπων. Για παράδειγμα, μπορεί να παλινδρομήσουν, να προσκολληθούν στους γονείς τους εμφανίζοντας έντονο άγχος αποχωρισμού, μπορεί να εκδηλώσουν διαταραχές στον ύπνο τους ή στη διατροφή, ή  να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς στο σπίτι ή στο σχολείο (διάσπαση προσοχής, καυγάδες κ.ά.).

Η θεραπεία του παιδικού καρκίνου δεν είναι μόνο η ίαση, αλλά και η διατήρηση της ποιότητας ζωής, η ψυχολογική και ψυχοκοινωνική ισορροπία των παιδιών, καθώς η κατάθλιψη είναι μια από τις πιο συχνές ψυχιατρικές διαταραχές του παιδικού καρκίνου. Για την ψυχολογική στήριξη του παιδιού και της οικογένειάς του η συμβουλευτική ψυχολογία και η ψυχοθεραπεία βοηθούν τόσο στην μείωση του άγχους και της ενοχής που μπορεί να νιώθει το παιδί, όσο και στη βελτίωση των σχέσεων της οικογένειας, αποκτώντας μια περισσότερο ρεαλιστική στάση απέναντι στην ασθένεια.

Οι ατομικές ή/και ομαδικές συνεδρίες των γονιών είναι ιδιαίτερα σημαντικές διότι βοηθούν να κατανοήσουν τον σωστό τρόπο αντιμετώπισης του παιδιού που ασθενεί και  να το βοηθήσουν στον καθημερινό του αγώνα.

Είναι σημαντικό:

  • Κατάλληλη προετοιμασία του παιδιού πριν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο ώστε να μειωθεί το άγχος  και η πιθανότητα εμφάνισης διαταραχών της συμπεριφοράς του.
  • Καλή ψυχολογική κατάσταση των γονιών ώστε να βοηθήσουν το παιδί να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα τις πολλαπλές προκλήσεις που του θέτει η ασθένεια.
  • Μεγάλη προσοχή και φροντίδα στο ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του  παιδιού, ακριβώς όπως δίνεται και η φροντίδα στην οργανική νόσο.
  • Ενημέρωση του παιδιού σχετικά με την ασθένεια για να μπορέσει να τις αφομοιώσει και να τις χρησιμοποιήσει στην αντιμετώπιση της πραγματικότητας.
  • Ενθάρρυνση τόσο της λεκτικής, όσο και της μη λεκτικής επικοινωνίας, καθώς τα  παιδιά χρησιμοποιούν έμμεσους και συμβολικούς τρόπους (π.χ. το  παιχνίδι, τη ζωγραφική, τη συμπεριφορά), για να εκφράσουν αυτά που τα απασχολούν.
  • Χρήση εικονογραφημένων βιβλίων, εντύπων ή και παραμυθιών για την ενημέρωση του παιδιού για την αρρώστια, την επέμβαση ή την νοσηλεία.
  • Ενίσχυση της προσωπικής συμμετοχής του παιδιού σε θέματα διαχείρισης της ασθένειας με σκοπό την προώθηση της αυτονομίας του.
  • Οι γονείς πρέπει να συμπεριφέρονται στο παιδί με τρόπο ανάλογο με εκείνον με τον οποίο συμπεριφέρονται στα υγιή αδέρφια του

 

Παιδική Κακοποίηση: Ο Φυλακισμός της ψυχής

παιδική κακοποίηση,ψυχικό,τραύμα,πληγή,πόνος

Η παιδική κακοποίηση είναι ένα ψυχικό τραύμα, μια πληγή ανοιχτή που δεν κλείνει, παρά μόνο, κάποια στιγμή, σταματά να αιμορραγεί. Ο πόνος που εισπράττουν τα παιδιά αποθηκεύεται, τα συναισθήματά τους μένουν στο σώμα τους και βρίσκονται σε ετοιμότητα για να ενεργοποιηθούν, όταν βρεθούν υπόλογα σε μια παρόμοια κατάσταση. Η κακοποίηση δεν φέρει μόνο συνέπειες στο σώμα αλλά και στην ψυχή, όχι μονάχα στο «τώρα» αλλά και στο «αύριο».  Το παιδί θύμα ενδέχεται να μετατραπεί σε ενήλικα θύτη. Το φάσμα της κακοποίησης δεν περιλαμβάνει μόνον τη σωματική αλλά και την συναισθηματική και τη σεξουαλική βία, καθώς και την παραμέληση.

Παιδική βία…φαινόμενο διαχρονικό

Η παιδική βία δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Αν ανατρέξουμε πολλά χρόνια πίσω, όπου οι Σπαρτιάτες πετούσαν τα άρρωστα παιδιά τους στον Καιάδα, καθώς και στα παραδείγματα τις μυθολογίας όπως η Ήρα, που δεν δίστασε να ξεφορτωθεί τον Ήφαιστο, διότι ήταν κουτσός και άσχημος, πετώντας τον από τον Όλυμπο, θα επιβεβαιώσουμε, πως η βία ήταν ανέκαθεν παρούσα. Ο ξυλοδαρμός ή/και οι προσβολές επιπροσθέτως, αποτελούσαν μέσο διαπαιδαγώγησης για αρκετά χρόνια και θεωρούνταν μη τιμωρητική συμπεριφορά.

Σήμερα, τα στατιστικά στοιχεία φανερώνουν μια σημαντικά ανοδική πορεία της παιδικής κακοποίησης. Αυτή όμως η αύξηση κατά πόσο είναι αντικειμενική; Η βία προϋπήρχε, απλά οι άνθρωποι εθελοτυφλούσαν, ενώ όσες περιπτώσεις  ήταν γνώστες τις φύλαγαν σαν εφτασφράγιστο μυστικό. Μαρτυρίες παιδιάτρων αναφέρουν ότι έχουν συναντήσει σε πολύ υψηλά ποσοστά περίπου 60% στους νοσοκομειακούς χώρους κακοποιημένα παιδιά, κατά τη διάρκεια της καριέρας τους.

Η έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού στην Ελλάδα σε δείγμα 12.000 παιδιών,  ΣΤ’ Δημοτικού, Α’ Γυμνασίου και Α’ Λυκείου, σε σχολεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, έδειξε ότι ένας στους δύο μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου έχει υποστεί σωματική βία και ένα στα δέκα παιδιά έχει υποστεί σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια μόνο της τελευταίας χρονιάς. Το 76,8% των παιδιών έχουν υπάρξει θύματα της σωματικής έναντι του 16,2% αυτών που έχουν δεχτεί σεξουαλική βία κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας. Τα ανωτέρω ποσοστά και παράλληλα τα στατιστικά στοιχεία με 4.500 αναφορές κακοποίησης ή παραμέλησης που καταγράφηκαν στην Αττική και την Κρήτη, το 2010, επιβεβαιώνουν μια έξαρση αν και είναι ευρέως γνωστό ότι οι περισσότερες κακοποιήσεις δεν γνωστοποιούνται ποτέ στις αρμόδιες αρχές. Ενδεικτικά είναι τα ερευνητικά αποτελέσματα  που αποκαλύπτουν πως μόνον το 1% των περιπτώσεων κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών καταγράφεται στις Αρχές.

Ποιοι «διεκδικούν» το ρόλο του κακοποιητή;

Οι γονείς τις περισσότερες φορές  είναι τα  πρόσωπα που επωμίζονται αυτόν τον ρόλο, με κυρίαρχο αυτό της μητέρας. Αξίζει να σημειωθεί ότι, αυτοί οι άνθρωποι κουβαλάνε ένα βεβαρημένο άλυτο ψυχοσωματικό παρελθόν, καθώς πρόκειται για άτομα επίσης κακοποιημένα, ψυχικά ασθενή, χρήστες ουσιών ή αλκοόλ ή απλά συναισθηματικά ανεπαρκή. Η κοινωνικο-οικονομική και μορφωτική κατάσταση του ατόμου δεν διαδραματίζει κάποιο σημαίνοντα  ρόλο. Έχει παρατηρηθεί ωστόσο, ότι αυτό που διαφοροποιεί τα κοινωνικά στρώματα είναι οι μορφές της βίας που χρησιμοποιούν και όχι η καθεαυτή κακοποίηση. Συνήθως στα κατώτερα κοινωνικά επίπεδα, η κακοποίηση πραγματοποιείται μέσω της σωματικής και σεξουαλικής βίας, εν αντιθέσει με τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και στους ανώτερα μορφωτικά γονείς που επιλέγουν την συναισθηματική και ψυχολογική κακοποίηση.  Η εκδήλωση της βίας συνδέεται με ένα εσωτερικό κομμάτι του καθενός και όχι με αντικειμενικούς εξωγενείς παράγοντες.

Τα σημάδια της κακοποίησης

Η βία που δέχεται ένα παιδί δεν βλάπτει μονάχα τα αθώα παιδικά του χρόνια αλλά επιβαρύνει ψυχικά  όλη του τη ζωή. Η παιδική κακοποίηση φέρει μεταβολές στο DNA του παιδιού. Ο Idan Shalev σε έρευνά που πραγματοποίησε στο Πανεπιστήμιο Duke απέδειξε ότι, η βία καταστρέφει τα κύτταρα, με άμεση απόρροια την πρόωρη γήρανση. Η κακοποίηση γεννά επίσης, άτομα με προβλήματα προσωπικότητας, κατάθλιψης, κατάχρησης και αγχώδη διαταραχή. Ο καταναγκασμός της επανάληψης στην διαιώνιση των τραυματικών καταστάσεων εμποδίζει αυτά τα άτομα να συνάψουν υγιείς σχέσεις.

Υπάρχει θεραπεία;

Η κακοποιημένη ψυχή δεν σταματάει να νοσεί, για το λόγο αυτό το άτομο χρειάζεται θεραπεία. Τα παιδιά αυτά ζουν μέσα σε ένα γυάλινο κόσμο που μονάχα εάν τον σπάσουν θα απεγκλωβιστούν. Η άρνηση της πραγματικότητας, ως ασπίδα προστασίας μπλοκάρει το «εγώ» τους, δεν τα αφήνει να αποδεσμευτούν από το φαύλο κύκλο της κακοποίησης και να δομήσουν έναν ψυχισμό εκ νέου. Ο Βρετανικού Οργανισμού Stopitnow αναφέρει ότι τα τρία τέταρτα των παιδιών που κακοποιούνται σεξουαλικά δε θα εξωτερικεύσουν ποτέ και σε κανέναν αυτό που τους συνέβη κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά-θύματα βίας δεν αποδεσμεύονται ποτέ, τα απωθημένα συναισθήματα ελλοχεύουν. Οι μακροχρόνιες ψυχοθεραπευτικές τεχνικές είναι ικανές να απελευθερώσουν και να αφυπνίσουν το «καλό κομμάτι» του παιδιού.

Η θυματοποίηση ενός παιδιού πώς μπορεί να γίνει αντιληπτή;

Τα παιδιά ρουφούν σαν σφουγγάρια ότι βλέπουν, ακούν και τα περιβάλλει. Είναι μιμητές και σπεύδουν να αναπαραστήσουν αυτό που βιώνουν. Ένα παιδί που κακοποιείται από τους γονείς, στο σχολείο ενδέχεται και αυτό να επαναλάβει το ίδιο μοντέλο, ασκώντας το ίδιο αυτή τη φορά βία σε κάποιον αδύναμο ή εύθραυστο. Περίεργες συμπεριφορές, όπως υπερκινητικότητα και επιθετικότητα ή αντίθετα απόσυρση και αντικοινωνικότητα επίσης κινούν υποψίες Η βία εκδηλώνεται πολλές φορές μέσα από το παιχνίδι ή μέσα από μια ζωγραφιά. Τα κακοποιημένα παιδιά ζωγραφίζουν με μουντά σκούρα χρώματα και το σχέδιο τους κυριεύεται από μια ασάφεια. Η φιγούρα του θύτη συνήθως παραλείπεται ή σχεδιάζεται παραποιημένη. Στο παιχνίδι εκφράζεται η επιθετικότητα μέσα από τους ρόλους και τους διάλογους.   Τα κορίτσια πέφτουν θύματα κακοποίησης 3 φορές συχνότερα από ότι τα αγόρια.

Διαφώτιση και ευαισθητοποίηση του κοινού

Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης υπάρχει, εν δυνάμει, σε κάθε σπίτι. Όλοι οφείλουν να μην σιωπούν, διότι έτσι γίνονται και οι ίδιοι συνεργοί σε μια αποτρόπαια πράξη. Εάν κάποιος έχει παρατηρήσει κάτι ύποπτο ή έχει υπάρξει παρατηρητής μιας βίαιης σκηνής, οφείλει να το καταγγέλλει. Αρκεί να σκεφτεί ότι, η ζωή ενός παιδιού εξαρτάται από τη δική του βούληση. Υπάρχουν γραμμές άμεσης βοήθειας που απλά κάποιος μπορεί να τηλεφωνήσει έστω και ανώνυμα και να αναφέρει την καταγγελία του. Εάν έρθετε αντιμέτωποι με ένα κακοποιημένο παιδί πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί στον τρόπο που θα το χειριστείτε.

  • Μην το επιπλήξετε.
  • Να το ενθαρρύνεται να μιλήσει για αυτά που νιώθει, χωρίς το ύφος σας να είναι ανακριτικό.
  • Μην δείξετε οίκτο, αλλά δείξτε ενδιαφέρον και σεβασμό.
  • Απενοχοποιήστε το παιδί, αλλά σε καμία περίπτωση μην κατηγορήσετε τον κακοποιητή.
  • Τονώστε του την αυτοπεποίθηση και βοηθήστε το να επισκεφτεί κάποιον ειδικό.

 

Η καλύτερη πρόληψη για την παιδική κακοποίηση είναι να καλλιεργήσεις την ενσυναίσθηση και τη συνεχής ενημέρωση των συνεπειών της.

 

 

Θηλασμός: Ασπίδα Προστασίας

Η μητρότητα δε ταιριάζει σε όλες τις γυναίκες, καθώς η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν δομείται από τον ερχομό ενός παιδιού ( Θηλασμός Ασπίδα Προστασίας )

Η μητρότητα δε ταιριάζει σε όλες τις γυναίκες, καθώς η προσωπικότητα ενός ατόμου δεν δομείται από τον ερχομό ενός παιδιού αλλά από την προσωπική εξέλιξη του ίδιου του ατόμου. Ο θηλασμός δεν επιφέρει μονάχα τεράστια ωφελεί για το μικρό βρέφος αλλά και για τη ίδια τη μητέρα, η οποία έπειτα από ένα τοκετό έχει αυξημένη ανάγκη από σωματική και ψυχική ενδυνάμωση. Στις μέρες μας πολλές μητέρες, όπως οι γυναίκες καριέρας, αποφασίζουν να μη θηλάσουν χωρίς να συντρέχει ιατρικός λόγος, επειδή θεωρούν τον θηλασμό άβολο, επειδή πιστεύουν ότι τους στερεί χρόνο ή ότι «χαλάει» το στήθος τους. Συχνά ακούει κανείς αόριστα, ότι ο θηλασμός είναι το καλύτερο για το μωρό, σπάνια όμως ακούει κανείς ποια ακριβώς είναι τα πλεονεκτήματά του για την ψυχοσωματική υγεία τόσο του παιδιού όσο και της μητέρας..

Ο θηλασμός αποτελεί μια πολύτιμη μετάβαση από την ενδομήτρια ζωή στη νέα πραγματικότητα. Η μητέρα, εκτός από την πολύτιμη τροφή με τα θρεπτικά συστατικά, προσφέρει το καλωσόρισμα στη ζωή με τη θερμή αγκαλιά της που εκφράζει την αγάπη της. Η άρνηση του θηλασμού για αισθητικούς λόγους ή λόγω έλλειψης χρόνου αποτελεί άρνηση της ίδιας της μητρότητας. Την ίδια στιγμή όμως η φανατική εμμονή στον θηλασμό λειτουργεί εις βάρος της συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού και δημιουργεί καθηλώσεις επικίνδυνες για την προσωπικότητά του στη συνέχεια της ζωής του.

Ελληνίδες μητέρες

Στη χώρα μας η βιολογική και η κοινωνική σημασία του μητρικού θηλασμού έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, καθώς συχνά από επιλογή υποκαθίσταται με διάφορα σκευάσματα μητρικού γάλατος. Τα ποσοστά θηλασμού στην Ελλάδα είναι τραγικά χαμηλά, αφού σύμφωνα με την εθνική μελέτη του Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού το ποσοστό αποκλειστικού θηλασμού στο εξάμηνο δεν ξεπερνά το 1% και το ποσοστό θηλασμού στο έτος το 6%. Πρόκειται για ένα σύνθετο φαινόμενο στην χώρα μας όπου οι μητέρες ενώ μπορούν να θηλάσουν, ένας τεράστιος αριθμός γυναικών αρνούνται το θηλασμό, αποφασίζοντας εκ των προτέρων ότι δεν θα μπουν στην διαδικασία του θηλασμού (π.χ. για να μην χαλαρώσει το στήθος τους, για αισθητικούς λόγους ή λόγω έλλειψης χρόνου).

Η ψυχολογία της μητέρας

Από τη μια πλευρά υπάρχουν οι μητέρες που έχουν αρνητική στάση απέναντι στον θηλασμό και μπορεί να έχουν αποφασίσει, πριν ακόμη από τον ερχομό του βρέφους, να μη θηλάσουν. «Αν και μια τέτοια στάση μπορεί να υπαγορεύεται από διάφορους συνειδητούς λόγους, όπως ο φόβος της γυναίκας να μη χαλάσει το σώμα της, συχνά η άρνηση αυτή έχει να κάνει με βαθύτερα αίτια, ίσως δυσκολίες στη σχέση της γυναίκας με τη δική της μητέρα όταν ήταν αυτή το βρέφος, ή ακόμη και δυσκολία αποδοχής του θηλυκού της εαυτού». Από την άλλη πλευρά και η υπερβολική εμμονή ως προς την παράταση του θηλασμού ίσως επίσης κρύβει «σκοτεινά σημεία». «Μπορεί να ξεπερνά την πραγματική πρόθεση της μητέρας για προσφορά φροντίδας προς το νήπιο και να υπαγορεύεται από μια ασυνείδητη επιθυμία που αφορά κάλυψη της ανάγκης της ίδιας της μητέρας για μια στενή – συμβιωτική σχέση με το παιδί». Κατά την κυρία Παπανικολάου από το τρίτο έτος της ζωής του παιδιού, και εφόσον έχει υπάρξει επαρκής κάλυψη των αναγκών του για ασφάλεια, η βασική ανάγκη του είναι η αυτονομία. «Η παράταση της προσκόλλησης ίσως καλύπτει ανάγκες της ίδιας της μητέρας για ασφάλεια και επαφή, ανάγκες που δεν έχουν επαρκώς καλυφθεί. Ο αποθηλασμός είναι ένας αποχωρισμός τόσο για το βρέφος όσο και για τη μητέρα. Η μητέρα θα στηρίξει το μωρό της σε αυτή τη διαδικασία, αλλά ίσως χρειαστεί να πάρει και αυτή στήριξη από κάποιον άλλον».


Σχέση μητέρας- βρέφους

Η σχέσης μητέρας – παιδιού που αφορά στον θηλασμό πρέπει να διακρίνεται από μια ισορροπία. Η μητέρα, δίνοντας το γάλα της στο νεογέννητο μωρό της, του δίνει μαζί και ένα κομμάτι από τον εαυτό της, την συναισθηματική της κατάσταση, το αίσθημα ασφάλειας απαραίτητα για τη σωματική και ψυχονοητική ανάπτυξη του παιδιού. Η καλή συναισθηματική επαφή ανάμεσα στη μητέρα και το βρέφος είναι εκείνη που θα εδραιώσει το αίσθημα συναισθηματικής ασφάλειας του παιδιού. Πράγματι, ο θηλασμός, μέσω της σωματικής επαφής μητέρας-παιδιού, συνδέεται και με μία αυξημένη ευαισθησία της μητέρας ώστε  να μπορεί να λαμβάνει, να μεταφράζει και να ανταποκρίνεται ρυθμικά στα μηνύματα του βρέφους. Η συναισθηματική γέφυρα που ενώνει την μητέρα με το βρέφος που θηλάζει συμβάλλει σημαντικά στην γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Έτσι, αυτή η αλληλεπίδραση μητέρας- βρέφους μέσα από τον μητρικό θηλασμό θα καθορίσει και το είδος του συναισθηματικού δεσμού (ασφαλής ή ανασφαλής) του παιδιού, επηρεάζοντας και την ενήλικη ζωή του. Επιπλέον, η ζεστή αγκαλιά της μητέρας, το άκουσμα των xτύπων της καρδιάς της, η μυρωδιά της, η άμεση οπτική και δερμική επαφή, οι ορμόνες που παράγονται κατά το θηλασμό, κάνουν το μωρό να νιώθει ασφάλεια και ηρεμία. Το μωρό που θηλάζει δεν παίρνει από τη μητέρα του μόνο το γάλα, παίρνει την αγάπη της. Αυτό σφυρηλατεί γερούς δεσμούς ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Έτσι ο μητρικός θηλασμός θεμελιώνει την ψυχική υγεία του μωρού και διαμορφώνει μια υγιή προσωπικότητα. Η συνεχής σύνδεση μεταξύ της μητέρας και του βρέφους που παρέχεται με το θηλασμό ενθαρρύνει τη βέλτιστη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.

Ωστόσο, οι ειδικοί αναφέρουν ότι με τον παρατεταμένο θηλασμό της μητέρας, χωρίς αυτό να εξυπηρετεί τις ανάγκες του παιδιού, κυρίως αναπτυξιακές. Η μητέρα που υιοθετεί ένα ρόλο υπερπροστατευτικό μέσω του θηλασμού, δεν προσφέρει την ασφάλεια των ξεκάθαρων ορίων στο παιδί και επιδεινώνει  την  ψυχική ανωριμότητας του. Με αυτή την εγκλωβιστική συμπεριφορά της μητέρας απέναντι στο παιδί, δεν βοηθάει  το παιδί να είναι ανθεκτικό στις ματαιώσεις, στις απογοητεύσεις και στις δυσκολίες της ζωής, απεναντίας αναζητάει την ασφάλεια στην αγκαλιά της μητέρας. Βέβαια δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι ο συνεχιζόμενος θηλασμός προκαλεί εξάρτηση του παιδιού από τη μάνα. Όμως  σε κάθε περίπτωση, ο παρατεταμένος θηλασμός της μητέρας δεν αφορά μόνο τη φροντίδα του παιδιού αλλά και την κάλυψη άλλων συναισθηματικών αναγκών της μητέρας, η οποία αγκιστρώνεται στο παιδί της, περιθωριοποιώντας τον πατέρα. Πρόκειται λοιπόν για το λεγόμενο «ιοκάστειο σύμπλεγμα», όπου η μητέρα καθηλώνεται στο παιδί της και επομένως εμποδίζει την αυτονόμησή του».

 Τα οφέλη του θηλασμού στην Ψυχολογία της μητέρας

Ο θηλασμός τόσο από βιολογική όσο και από ψυχολογική σκοπιά προσφέρει πολλαπλά οφέλη τόσο στην μητέρα όσο και στο βρέφος. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που θηλάζουν έχουν υψηλότερο IQ κατά 4-5 μονάδες σε σύγκριση με όσα δεν θηλάζουν. Επίσης, τα παιδιά που έχουν τραφεί με μητρικό γάλα εμφανίζουν καλύτερη ανάπτυξη του οργανισμού, ενώ αντιμετωπίζουν και μικρότερες πιθανότητες παιδικών καρκίνων του αιματολογικού συστήματος». Από την άλλη πλευρά ο θηλασμός συμβάλει και στην ψυχοσωματική ισορροπία της μητέρας του. Πράγματι, η προσφορά του μητρικού γάλατος, σαν ένα δώρο στο παιδί, δημιουργεί δυνατούς δεσμούς που κάνουν το παιδί να νιώθει ασφαλές, ενώ σώζει και τις μητέρες από την επιλόχεια κατάθλιψη. Επιπλέον, ο θηλασμός δρα προστατευτικά για το γυναικείο στήθος. Θεωρείται ότι οι γυναίκες που θηλάζουν έχουν 30% λιγότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν καρκίνο του μαστού. Επίσης,  επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι ο θηλασμός  προφυλάσσει από την  παχυσαρκία, το σακχαρώδη διαβήτη, μερικές μορφές καρκίνου, καρδιοπάθειες κ.α..

Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Παιδιατρικής ο θηλασμός πρέπει να συνεχίζεται τουλάχιστον για τον πρώτο χρόνο ζωής του παιδιού ή και για μεγαλύτερο διάστημα, ανάλογα με την αμοιβαία επιθυμία μητέρας και παιδιού. Οι ειδικοί της Εταιρείας τονίζουν μάλιστα ότι «δεν υπάρχει ανώτατο όριο στη διάρκεια του θηλασμού ούτε στοιχεία που να δείχνουν ψυχολογικές ή αναπτυξιακές βλάβες από τον θηλασμό κατά το τρίτο έτος της ζωής ή και περισσότερο. Οι ειδικοί επισημαίνουν επίσης, ότι ο θηλασμός ηρεμεί τις μητέρες, πράγμα που οφείλεται μάλλον στην έκκριση της ωκυτοκίνης, ορμόνης που παράγεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

 

 

Η Αγωνία της εφηβείας: έφηβος.. αυτός ο άγνωστος!

Αγωνία εφηβείας έφηβος άγνωστος

Εφηβεία, το τελευταίο αναπτυξιακό στάδιο, η μετάβαση από την παιδική αθωότητα στην σκληρότητα των ενηλίκων. Ο έφηβος καλείται πλέον να αποκρυσταλλοποιηθεί, να ξεφύγει από το γονεϊκό πέπλο, να αυτονομηθεί, να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις και να πορευθεί πλέον ως μια ανεξάρτητη μονάδα.  Τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει  τόσο στον έφηβο όσο και στους γονείς αυτό το πέρασμα από την ανεμελιά, την ασφάλεια των γονιών σε έναν κόσμο ενήλικο και ενίοτε χαοτικό; Κάποιοι επιστήμονες παρομοίασαν την «εφηβεία» με την «γέννηση». Όπως στη γέννηση, το βρέφος αναγκάζεται να αποκολληθεί από τον πλακούντα και να επιβίωση έξω από το σώμα της μητέρας, έτσι και στην εφηβεία, ο έφηβος προσπαθεί να βγει από τη γονεϊκή αγκαλιά και να αφεθεί σε νέα πελάγη, αναζητώντας τις δικές του επιθυμίες.

Η εφηβεία διαρκεί περίπου από το 12ο -19ο έτος της ηλικίας του ατόμου. Χωρίζεται σε τρεις κύριες φάσης:

  • Προεφηβεία (11-13 ετών). Έναρξη των πρώτων σημαδιών διαφοροποίησης του ατόμου από τη παιδική του εικόνα. Η αρχή της εφηβεία συνδέεται με τις πρώτες εξωτερικές αλλαγές στο σώμα του παιδιού. Το ανάστημα παρουσιάζει θεαματική αλλαγή, τα γεννητικά όργανα στα αγόρια και το στήθος στα κορίτσια μεγαλώνουν, η περίοδος των κοριτσιών εμφανίζεται, η τριχοφυΐα αναπτύσσεται και η χροιά της φωνής βαραίνει. Οι έφηβοι αρχίσουν να προβληματίζονται για την εξωτερική τους εικόνα. Η σεξουαλικότητά τους παραμένει ακόμη σε ένα πλατωνικό επίπεδο.
  • Εφηβεία (13-18 ετών). Βιοσωματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Ο έφηβος αρχίζει να περιεργάζεται, να πειραματίζεται και να μαθαίνει το σώμα του. Η σεξουαλικότητα ενδεχομένως ολοκληρώνεται. Ο έφηβος συνάπτει πολλές σχέσεις κυρίως μικρής διάρκειας ενώ η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από στοιχεία ριψοκινδυνότητας, αγνοεί το φόβο και ρισκάρει για τα πάντα
  • Όψιμη εφηβεία (18-20 ετών). Ενσωμάτωση των αλλαγών για να εισέλθει στην πλήρη ωριμότητα. Ο έφηβος αναζητά πιο σταθερές πλέον φιγούρες τόσο στις σχέσεις του όσο και στις φιλίες του. Κατά τη διάρκεια της όψιμης εφηβείας ο αυθορμητισμός, ο ναρκισσισμός και η εγωκεντικότητα αφήνουν χώρο στον ρεαλισμό και στην μεστότητα.

Εφηβεία και κίνδυνοι 

Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν κατά τη διάρκεια της εφηβείας για ένα άτομο είναι σημαντικοί, και το ερώτημα είναι κατά πόσο θα αντέξει ένας έφηβος να επιβιώσει επιτυχώς; Δεν είναι λίγα άλλωστε τα ερευνητικά δεδομένα  που αποδεικνύουν ότι για ορισμένους εφήβους αυτή η αλλαγή χαρακτηρίζεται ως κρίση, εφηβική κρίση. Ένα ποσοστό εφήβων  46% παρουσιάζει προβλήματα κατάθλιψης ενώ το 22% σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

Η εφηβεία έρχεται να ανατρέψει όλες εκείνες τις φαντασιώσεις και τις σκέψεις που έκανε το άτομο ως παιδί. Η παντοδυναμία, η σταθερότητα, η ισχύς ξαφνικά φαντάζουν απλές ψευδαισθήσεις. Η αλήθεια της πραγματικότητας για πολλούς εφήβους είναι αβάσταχτη αλλά και αναγκαία για την εύρεση και τη δόμηση μιας άτρωτης ταυτότητας. Το άτομο αντιλαμβάνεται μέσα από τις αλλαγές του σώματος του, ότι δυναμώνει και αποκτά μυϊκή δύναμη. Διαθέτει έτσι την πυγμή να πράξει και να πειραματιστεί, όμως μέσα από έναν αδιέξοδο δρόμο, το άτομο πληγώνεται ψυχικά και συρρικνώνεται το «εγώ» του.

Έφηβος και συγκρούσεις 

Η έντονη κατάσταση ανισορροπίας, οι πολλαπλές αλλαγές εντός και εκτός του ψυχισμού ενός εφήβου ενδέχεται να τον οδηγήσουν σε μια πάλη όχι μόνο με το ίδιον τον εαυτό του αλλά και με το οικογενειακό του περιβάλλον.

Η κρίση της εφηβείας προκαλεί συχνά και μια γονεϊκή κρίση, διότι αυτή συνήθως συμπίπτει χρονικά με την κρίση της μέσης ηλικίας των γονέων. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι για παράδειγμα όταν το σώμα της κόρης βρίσκεται σε πλήρη άνθιση, το σώμα της μητέρας σταματά να αναπαράγει. Η εικόνα των μέχρι τότε  άτρωτων  γονέων, αποδυναμώνεται και τη σκυτάλη έρχεται να την πάρει ο έφηβος.

Επίσης, η υπερ-προστατευτικότητα που χαρακτηρίζει κυρίως τους Έλληνες γονείς οδηγεί στην ανάπτυξη μιας ιδιαίτερα εξαρτητικής σχέσης με τα παιδιά τους, η οποία εν συνεχεία καταλήγει δυσλειτουργική και επώδυνη και για τους δύο. Οι γονείς  συχνά  διαδραματίζουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, επιβάλλοντας στα παιδιά τους να υπακούουν στους ίδιους και να εξαρτώνται από τους ίδιους με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσουν την ιδιαίτερη προσωπικότητά τους. Τα παιδιά από την άλλη πλευρά εκπαιδεύονται να ζουν μέσα από τις επιθυμίες και τα θέλω των γονιών τους, υποδυόμενα έναν άβουλο και ενίοτε εκτελεστικό ρόλο.

Με το ηλικιακό πέρασμα του παιδιού στην εφηβεία, το άγχος των γονέων εκτοξεύεται. Πολλοί γονείς αναφέρουν ένα δυσβάσταχτο φόβο για το αβέβαιο μέλλον το παιδιών τους, τον οποίο το μεταφέρουν και στα παιδιά τους. Πιθανόν, ο έντονος φόβος των γονιών να συνδέεται με το φόβο για το δικό τους μέλλον, ένα μέλλον χωρίς τα παιδιά τους προκαλεί μια αβεβαιότητα και για εκείνους. Οι γονείς σε ένα μη συνειδητό επίπεδο νιώθουν ότι χάνουν την εξουσία και τον έλεγχο απέναντι στα παιδιά τους, άρα αισθάνονται ότι το «εγώ» τους αποδυναμώνεται και η επιρροή τους εξασθενεί.

Οι γονείς πενθούν το γονεικό ρόλο που χάνουν. Η δυσκολία των γονέων να διαχειριστούν  την αυτονομία των παιδιών τους επηρεάζει σημαντικά την ψυχοσύνθεση των εφήβων και προκαλεί δυσκολίες  να προσαρμοστούν στο νέο επίπεδο της ζωής τους. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γονέων που αναπτύσσουν το σύνδρομο της «κενής φωλιάς». Ο γονιός νιώθει την συναισθηματική έλλειψη από το πλέον αυτονομημένο έφηβο που βγήκε από τη γονεική ασπίδα για να ανακαλύψει το δικό του ταξίδι προς την Ιθάκη.

Η Στάση των γονιών 

  • Οι γονείς οφείλουν να επιδείξουν απόλυτη ωριμότητα σε αυτή την τόσο δύσκολη και ουσιαστική αλλαγή του παιδιού τους. Με ενσυναίσθηση, κατανόηση και στήριξη απέναντι στους έφηβους.
  • Οι γονείς πρέπει να στηρίξουν το παιδί τους να ανακαλύψει την δύναμη του, για να το βοηθήσουν να ανεξαρτητοποιηθεί. Όταν ένα παιδί αντιληφθεί ότι η μετάβασή του αυτή προς την αυτονόμηση, δημιουργεί προβλήματα στους γονείς του, δεν την αντέχουν, αποσύρεται, μένει πίσω, από φόβο μήπως χάσει τους γονείς του.
  • Το ζευγάρι οφείλει να είναι ενωμένο και να καθησυχάζει τον έφηβο, αφήνοντας του το χρόνο και το χώρο του κατανοώντας τις αντιδράσεις του. Οι έντονες εκρήξεις θυμού προς τους γονείς αποδεικνύουν ίσως ένα φόβο των εφήβων να κόψουν τον ομφάλιο λώρο.
  • Οι γονείς δεν πρέπει να συγχέουν τη δική τους ταυτότητα με αυτή του εφήβου. Οι γονείς επιδίδονται συχνά σε έναν «ναρκισσιστικό ανταγωνισμό» με τα παιδιά τους, είτε αποποιούνται το ρόλο τους και την ηλικία τους μιμούμενοι τους έφηβους είτε πιέζοντάς τους να ενηλικιωθούν γοργά για να μην χάσουν τη δύναμη τους.

Η εικόνα των γονέων παίζει σημαίνοντα ρόλο για την ωρίμανση ενός παιδιού. Η φιγούρα ενός πατέρα αποτυχημένου αποτελεί πληγή για ένα παιδί και ακόμα μεγαλύτερη για έναν έφηβο. Ο έφηβος επιθυμεί να ταυτιστεί με την εικόνα του γονέα, να γίνει ο καθρέπτης πάνω στον οποίο θα αντανακλά τις επιθυμίες του για δύναμη, δημιουργικότητα και πρωτοβουλία.

Μια επιτυχημένη εφηβεία είναι το σκαλοπάτι για μια επιτυχημένη ζωή. Κάθε εμπόδιο που μπαίνει στην εφηβική πορεία, αφορά σκοτεινές πλευρές τόσο της παιδικής ηλικίας των εφήβων όσο και των ίδιων των γονέων. Οι γονείς οφείλουν να συμφιλιωθούν με την δική τους εικόνα και τη ζωή τους δίνοντας το έναυσμα στα παιδιά τους να ανθίσουν και να κατακτήσουν τη κορυφή. Είναι παιδιά σας..και απλά τους αξίζει!

 

 

 

Η σημασία της Πρώιμης Ανίχνευσης και Πρώιμης Παρέμβασης

σημασία Πρώιμης Ανίχνευση Πρώιμη Παρέμβαση

Τα τελευταία χρόνια στο χώρο της Ειδικής Εκπαίδευσης, το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών και των ειδικών έχει στραφεί στη μελέτη της πρώιμης ανίχνευσης των αναπτυξιακών διαταραχών, της πρόληψης και της πρώιμης παρέμβασης. Ο μεγάλος αριθμός ερευνών για την εκπαίδευση των νηπίων με ειδικές ανάγκες, συνέβαλε ώστε να γίνει πλέον αντιληπτή η σημαντικότητα των πρώτων χρόνων της ζωής του παιδιού καθώς και η ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση.

Στη διάρκεια της βρεφικής και νηπιακής ηλικίας συντελείται ουσιαστικά μάθηση. Μελέτες σχετικά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου έχουν δείξει ότι, για να μεγιστοποιηθεί η νοητική ανάπτυξη, οι προσπάθειες πρέπει να ξεκινούν πριν από τα 3 χρόνια της ζωής. Στα πρώτα χρόνια ο εγκέφαλος έχει ευαίσθητες περιόδους στη διάρκεια των οποίων το παιδί μαθαίνει πιο εύκολα, ενώ για να αναπτυχθεί σωστά χρειάζεται κάποιες μορφές ερεθισμάτων.  Γίνεται εμφανές ότι η πρώιμη παρέμβαση συμβάλλει στη βελτίωση ανάπτυξης των παιδιών με ειδικές ανάγκες, εφόσον μέσω αυτής μπορεί να περιοριστούν οι αρνητικές συνθήκες και να μειωθούν τα προβλήματα, έτσι ώστε το παιδί να μπορέσει να ζήσει μια καλύτερη ζωή.

Στην ομάδα παιδιών με ειδικές ανάγκες κατά την προσχολική ηλικία περιλαμβάνονται δύο είδη πληθυσμού: α) παιδιά σε επικινδυνότητα για σχολική υποεπίδοση ή αποτυχία και β) παιδιά με αναγνωρισμένες ανεπάρκειες. Οι δύο αυτοί πληθυσμοί αν και διαφέρουν, έχουν κοινά στοιχεία σε ότι αφορά την αξιολόγηση και τις πρακτικές παρέμβασης.

Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να επιταχύνει την κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη του μικρού παιδιού. Δίνεται η δυνατότητα στο παιδί με εκπαιδευτικές ανάγκες ή αναπηρία να αναπτύξει στο μέγιστο τις ικανότητές του και να είναι από μικρή ηλικία λειτουργικό μέσα στην οικογένεια με στόχο τη λειτουργικότητα στο σχολείο και τα υπόλοιπα περιβάλλοντα.  Να μπορέσει δηλαδή το παιδί με την ειδική εκπαιδευτική ανάγκη να «προλάβει» τους υπόλοιπους συμμαθητές του στο σχολείο, φτάνοντας μέσω της παρέμβασης/θεραπείας στα αναπτυξιακά ορόσημα του μέσου όρου της ηλικίας του.

 Τομείς ανάπτυξης που ενισχύονται σημαντικά με την πρώιμη παρέμβαση:

  • Κινητική ανάπτυξη
  • Γλωσσική ανάπτυξη
  • Κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη
  • Γνωστική ανάπτυξη

Ως πρώιμη παρέμβαση ορίζονται όλες οι μορφές παιδοκεντρικών δραστηριοτήτων εξάσκησης και εκπαίδευσης καθώς και δραστηριοτήτων που αφορούν στην καθοδήγηση των γονέων αμέσως μετά τον προσδιορισμό της κατάστασης των παιδιών. Η πρώιμη παρέμβαση απευθύνεται στο ίδιο το παιδί, στους γονείς, καθώς και σε ολόκληρη την οικογένεια καις το ευρύτερο περιβάλλον.

Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρές βλάβες στην υγεία ενός παιδιού, που μπορεί να οδηγήσουν σε κάποια μορφή αναπηρίας, γίνονται αμέσως αντιληπτές, σε άλλες όμως η εκδήλωση της βλάβης μπορεί να καθυστερήσει αρκετά και η διάγνωση να γίνει και αυτή καθυστερημένα με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος για το παιδί. Έτσι καθίσταται σαφές ότι όσο νωρίτερα γίνει αντιληπτό το πρόβλημα τόσο πιο αποτελεσματική μπορεί να είναι η αντιμετώπιση του.

Δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις, όπως π.χ. η εγκεφαλική παράλυση ενώ δεν είναι θανατηφόρες δεν μπορούν και να θεραπευτούν. Όμως η κατάσταση  του παιδιού είναι δυνατόν να βελτιωθεί με την εφαρμογή πρώιμων και κατάλληλων παρεμβατικών προγραμμάτων.

Σε ότι αφορά το ίδιο το παιδί η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να ανατρέψει τους παράγοντες επικινδυνότητας, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε κάποια μορφή αναπτυξιακής καθυστέρησης ή δυσλειτουργίας. Σε ότι αφορά τους γονείς δίνει τη δυνατότητα, με την ενεργό συμμετοχή τους στην παρεμβατική διαδικασία να ανακαλύψουν μόνοι τους τις δυνατότητες και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των παιδιών τους. Επίσης η πρώιμη ανίχνευση δίνει τη δυνατότητα στους γονείς να αποδεχτούν το πρόβλημα του παιδιού, να αντιμετωπίσουν το συναίσθημα τους σχετικά μ’αυτό , για να ανταποκριθούν καλύτερα στις ανάγκες του και να αναπτύξουν μια πιο ισορροπημένη συναισθηματική σχέση που θα αποτρέψει δυσάρεστες συνέπειες στην ανατροφή τους.

Σε ότι αφορά την οικογένεια και το ευρύτερο περιβάλλον, η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να εμποδίσει προβλήματα που πιθανά θα προκύψουν από τη στάση των αδελφών, τόσο προς το παιδί με τις δυσκολίες όσο και προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Επίσης η ευρύτερη οικογένεια (παππούδες, γιαγιάδες, θείες, θείοι), μαθαίνουν να προσαρμόζουν την συμπεριφορά τους στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουν το παιδί με διαταραχές.

Η πρώιμη ανίχνευση είναι υψίστης σημασίας για το μέλλον των παιδιών επειδή μας επιτρέπει να οργανώσουμε έγκαιρα παρεμβατικά προγράμματα, να στηρίξουμε ψυχολογικά τα παιδιά και τις οικογένειες τους και να προλάβουμε ίσως περισσότερο σοβαρές επιπλοκές.

 

 

 

error: Content is protected !!